Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Το παραμύθι με τα όνειρα


Η νύχτα έξω είναι τόσο σιωπηλή, που νομίζω πως ακούω τα όνειρά σας. Συναντιούνται στα σταυροδρόμια και μιλούν συνθηματικά, κάτι ετοιμάζουν. Κυκλοφορούν γυμνά μέσα στα σπίτια, πάνε στην τουαλέτα, κοιτάζονται στον καθρέφτη, ζητούν μια απάντηση στις αντανακλάσεις. Οι αντανακλάσεις τους γυρίζουν την πλάτη και αποχωρούν αποφασισμένες. Κάποια όνειρα σκαρφαλώνουν στα δέντρα και φωνάζουν ονόματα, κάποια άλλα γαμιούνται λυσσασμένα, ένα όνειρο σφυρίζει αδιάφορα. Τα όνειρα είναι αλήτες παραμύθια, που ζουν καλύτερα.

***
Ο πίνακας είναι του Max Beckmann

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Το παραμύθι του άντρα


Μια φορά, κατεβαίνοντας από το στήθος της ζυγώσαμε στον αφαλό της. Εδώ είναι η πύλη του κάτω κόσμου μου είπε. Θες να τον δεις; Έγνευσα ναι. Μπήκαμε προσεκτικά. Ήταν γεμάτος λουλούδια που χάιδευαν το ένα το άλλο κι ύστερα με αθόρυβες εκρήξεις σκορπούσαν στον αέρα. Η ώρα πέρασε, νύχτωσε στον κάτω κόσμο και γυρίσαμε, ανεβήκαμε τον αφαλό της και πήραμε το δρόμο για το δάσος ανάμεσα στα πόδια της. Όταν με είδε μου είπε πώς έγινες έτσι; Είσαι γεμάτος πέταλα και γύρη κι ύστερα άπλωσε το χέρι της να με καθαρίσει και στο άγγιγμά της έγινε έκρηξη και σκόρπισα αθόρυβα στον αέρα.

***
ο πίνακας είναι του Max Beckmann

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

Το παραμύθι της γιαγιάς Β.


Οι μέρες περνούν κι εμείς καθόμαστε ένα κύκλο και λέμε ιστορίες κι ο χρόνος κυνηγάει την ουρά του σαν γατί. Και τότε ξεκινάει η γιαγιά η Β. να λέει το δικό της παραμύθι. Ήταν λέει μια φορά ένα χωριουδάκι ανάμεσα σε δυο ποτάμια. Μια μέρα ήρθε στο χωριό ένας νέος με γένια και μακριά μαλλιά, κι ήτανε όμορφος πολύ κι όλα τα κορίτσια τον ερωτεύτηκαν. Μα οι μεγαλύτεροι είπαν στα παιδιά πως δεν πρέπει να έρθει σε επαφή κανείς μαζί του, γιατί τα λόγια του ήταν μάγια τρομερά που θ’ άλλαζαν τον κόσμο. Μια μέρα ο νέος πλησίασε τη Β. και της έδωσε το «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι, έγραψε πάνω σ’ αυτό μια αφιέρωση. Κι εκείνη το διάβασε κι έκτοτε διάβασε πολλά βιβλία, ρώσικα και άλλα. Ακόμη όμως το ‘χει στη βιβλιοθήκη της αυτό το πρώτο. Τα χρόνια πέρασαν κι έπιασε να νυχτώνει και το παραμύθι της γιαγιάς Β. έφτασε πια στο τέλος του: πριν λίγες μέρες, στην Αθήνα, ένας χοντρός, φαλακρός και κουρασμένος άνθρωπος της μίλησε στο δρόμο: «είσαι η Β.;», της είπε. «Κάποιο λάθος κάνετε» του είπε βιαστικά κι έφυγε.

«Τα παραμύθια άσχημα γερνούν – καλύτερα να μην τους το πείτε ποτέ» μας είπε. Κι ύστερα φύγαμε, ο κύκλος έσπασε κι η γάτα κουράστηκε να κυνηγάει την ουρά της.

***
ο πίνακας είναι του Τριαντάφυλλου Πατρασκίδη

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Το παραμύθι της μοναξιάς του ηθοποιού


Μια φορά κι έναν καιρό κρυώναμε και νιώθαμε μόνοι. Και φτιάξαμε ένα παραμύθι για να ζεσταθούμε.

Ήταν λοιπόν ένας άνθρωπος. Ήταν ηθοποιός κι έπαιζε σε παραστάσεις που τις έβλεπε πολύς κόσμος, πάνω του έβλεπες τον θαυμασμό, την αγωνία, τη λατρεία, τη συμπόνια του κόσμου. Ήταν ηθοποιός, έμπαινε δηλαδή στις ζωές πολλών ανθρώπων, γινόταν ο ίδιος πολλοί άνθρωποι: άλλοτε γινόταν βασιλιάς, άλλοτε αγρότης, γέρος, ερωτευμένος νέος ή πατέρας, μια φορά έγινε γυναίκα, άλλοτε έμπορος κι άλλοτε άνεργος. Δεκάδες άνθρωποι και η μοίρα και η ζωή τους πάνω στη σκηνή. Ήμασταν σίγουροι πως δεν ήταν μόνος.

Μια μέρα τον είδαμε να κάθεται σε ένα μπαρ, αργά τη νύχτα μετά την παράσταση. Δεν ήταν δίπλα του κανείς και δεν μιλούσε με κανέναν. Έπινε ουίσκυ και γύρω του κείτονταν άδεια ποτήρια, σκισμένες μάσκες, ρούχα παράξενα, λέξεις και φράσεις, σκηνικά και χειροκροτήματα.


Κι έζησε αυτός καλά – κι εμείς κρυώναμε περισσότερο από πριν.

***
Ο πίνακας είναι του Oswaldo Guayasamin

Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

Ο έγχρωμος κόσμος της Στέλλας


Στο σπίτι μας η Στέλλα ζωγραφίζει. Ζωγραφίζει συνέχεια και παντού. Κι εμείς γύρω της τρέχουμε, φωνάζουμε, αγκαλιαζόμαστε, τσακωνόμαστε, δουλεύουμε, διαβάζουμε, αγωνιούμε, αγωνιζόμαστε. Κολλάει τις ζωγραφιές της με μαγνητάκια στο ψυγείο. Σήμερα το πρωί πήγα να ανοίξω το ψυγείο και στάθηκα να τις κοιτάζω. Νομίζω πως η Στέλλα είναι σοφή








Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Θέλω να γδύσω τις λέξεις


Θέλω να γδύσω τις λέξεις – όχι απαραίτητα  με κάποιο πονηρό σκοπό (να τις χαϊδέψω ή να τις ερεθίσω ας πούμε). Θέλω να γδύσω τις λέξεις για να τις δω γυμνές. Να τις δω όχι ευπρεπείς, κοινωνικά επιτυχημένες, ικανοποιημένες, αλλά όπως τις γέννησε η σκέψη μου, ή έστω η ανάγκη μου. Θέλω να δω τα μαραμένα βυζιά ή τα πουλιά τους, το στομαχάκι που απέκτησαν με τα χρόνια, την κυτταρίτιδα των λέξεων. Θέλω να βεβαιωθώ πως γερνούν κι αυτές μαζί μου. Γιατί έτσι νιώθω. Πως οι λέξεις γερνούν και μαραζώνουν μέσα στα νοήματα που τους δίνετε. Θέλω να τις γδέρνω από το δέρμα που τις ντύνετε, να ματώσουν.


Θέλω να δω τις λέξεις νικημένες και όχι ποθητές. Μήπως και τις ποθήσω πάλι.

***
ο πίνακας είναι του Oswaldo Guayasamin

Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Τιμές βιβλίων στην τελευταία σελίδα


Ήταν μια εποχή που είχε γρόσια, φράγκα και δραχμές, ακόμη και καπίκια. Κι όποιος είχε γρόσια, φράγκα, δραχμές και καπίκια αγόραζε βιβλία. Τα βιβλία είχαν, ας πούμε, ενιαία τιμή τότε, η οποία τυπωνόταν στην πίσω πλευρά του πίσω εξωφύλλου. Πολλές φορές οι τιμές που δίνονταν ήταν σε παραπάνω από ένα νόμισμα, ανάλογα σε ποια χώρα θα συναντούσαν τους φιλαναγνώστες Έλληνες. Οι τιμές των βιβλίων συνήθως τυπώνονταν στα ελληνικά βιβλία το δεύτερο μισό του 19ου και το πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Στη συνέχεια η πρακτική αυτή σιγά-σιγά ατόνησε, άλλαξαν και τα ήθη του εκδοτικού χώρου και το δίκτυο των βιβλιοπωλείων. Όπως και να 'ναι το παραγνωρισμένο αυτό στοιχείο των βιβλίων, αν ερευνηθεί με σπουδή και σε εύρος είναι εξαιρετικά χρήσιμο για τη μελέτη της οικονομίας και της κυκλοφορίας του ελληνικού βιβλίου. Μένει να αναλάβει κάποιος την ευθύνη γι' αυτό.


Ζαχαριάδης , Κωνσταντίνος 
Στοιχειώδης ιστορία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της επιλεγομένης Βυζαντινής / υπό Κωνσταντίνου Ζαχαριάδου , Μέρος Β' , Της Ρωμαϊκής ιστορίας (395 μ.Χ. - 1453) . - Εν Κωνσταντινουπόλει : Εκ του Πατριαρχικού Τυπογραφείου , 1885. - 142 σ. ; 18 εκ.



Ζαχαριάδης , Κωνσταντίνος 
Εγχειρίδιον ελληνικής αρχαιολογίας :προς στοιχειώδη μάθησιν του βίου των αρχαίων / υπό Κωνσταντίνου Ζαχαριάδου . - Εν Κωνσταντινουπόλει : Εκ του Πατριαρχικού Τυπογραφείου , 1893. - 364 σ. ; 18 εκ.



Σπανός , Κανέλλος (-1756)
Κανέλλου Σπανού γραμματική της κοινής των Ελλήνων γλώσσης Παχωμίου Ρουσάνου κατά χυδαϊζόντων και αιρετικών και άλλα του αυτού :νυν πρώτον εκδιδόμενα εκ κωδίκων της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης / υπό του Αρχιμανδρίτου Ιωάννου Βασιλικού . - Εν Τεργέστη : Τύποις του αυστριακού Λόϋδ , 1908. - 159 σ. ; 23 εκ.



Λάμπρος , Σπυρίδων Π. (1851-1919)
Κατάλογος των εν ταις βιβλιοθήκαις του Αγίου Όρους ελληνικών κωδίκων / υπό Σπυρίδωνος Π. Λάμπρου , Τόμος Α' , Μέρος Α' , Βιβλιοθήκαι . - Εν Αθήναις : Τυπογραφείον Αλέξανδρου Παπαγεωργίου , 1888. - η', 192 σ. ; 22 εκ.



Παρασκευόπουλος , Θεμιστοκλής Μ. 
Ιστορικογεωγραφική περιγραφή της Αγχιάλου :μετά πίνακος των νομισμάτων αυτής / υπό Θεμιστοκλέους Μ. Παρασκευοπούλου . - Εν Αθήναις : Σπυρίδωνος Κουσουλίνου , 1888. - 96 σ. ; 22 εκ.



Οικονομίδης , Δημοσθένης (1858-1938)
Περί του γλωσσικού ζητήματος :παρ'ημίν λόγος πανηγυρικός εκφωνηθείς εν τη πατριαρχική μεγάλη του Γένους Σχολή κατά την εορτήν των τριών Ιεραρχών / υπό Δ. Η. Οικονομίδου . - Εν Αθήναις : Π. Δ. Σακελλαρίου , 1903. - 102 σ. ; 24 εκ.



Σκενδέρης , Κωνσταντίνος Χ. 
Ιστορία της αρχαίας και συγχρόνου Μοσχοπόλεως :μετά περιγραφής πάντων των υπό διάφορα καθεστώτα γεγονότων... / Κων. Χ. Σκενδέρη . - Εν Αθήναις : Τυπ. Ι. Βάρτσου , 1928. - 185 σ. : εικ. ; 23 εκ.



Ροΐδης , Εμμανουήλ Δ. (1836-1904)
Τα είδωλα :γλωσσική μελέτη / Ε. Δ. Ροΐδου . - Εν Αθήναις : Εστία , 1893. - 404 σ. ; 17 εκ.



Βαφείδης , Φιλάρετος 
Εκκλησιαστική ιστορία από του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού μέχρι των καθ' ημάς χρόνων / υπό του Μητροπολίτου Διδυμοτείχου Φιλαρέτου Βαφείδου . - Εν Κωνσταντινουπόλει : Τύποις Σ. Ι. Βουτυρά ; : Τύποις Αδελφών Γεράρδων , 1884-1928. - τ. ; 23 εκ.



Παγκράτιος , Βατοπαιδινός 
Η μουσική κλίμαξ ήτοι επιστημονική διαίρεσις της μουσικής κλίμακος και προσδιορισμός του μήκους των χορδών αυτής μετά μεγίστης μαθηματικής ακριβείας / Αρχιμανδρίτου Παγκρατίου Βατοπαιδινού . - Εν Κωνσταντινουπόλει : Τύποις Πατριαρχικοίς , 1916. - 69, 11 σ. ; 20 εκ.



Παπαμιχαλόπουλος , Κωνσταντίνος Ν. (1852-1923)
Η Κωνσταντινούπολις ελληνική επί 2577 έτη / υπό Κωνστ. Ν. Παπαμιχαλοπούλου . - Εν Αθήναις : Τυπογραφείου Ι. Β. Βάρτσου , 1920. - 216 σ. ; 24 εκ.



Καρολίδης , Παύλος (1849-1930)
Ο αυτοκράτωρ Διογένης ο Ρωμανός / Π. Καρολίδου . - Εν Αθήναις : Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων , 1906. - 79 σ. ; 17 εκ.. - (Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων , 80)



Καζαντζής , Δ. 
Βιβλίο εργαςίας ςτα μαθιματικά για τιν IV τάκςι τον ελινικόν σκολίον τυ Β. Καβ / Καζαντζί Δ. κε Καραςαβίδι Π. . - Ροςτόβ-Δον : Κομυνιςτίς , 1932. - 63 σ. : εικ., πιν. ; 21 εκ.


***
η αρχική εικόνα είναι στο οπισθόφυλο του βιβλίου "Λουκιανός ο Σαμοσατεύς / υπό Δ. Ι. Μαυροφρύδου . - Εν Αθήναις : Χ. Ν. Φιλαδελφέως , 1861. - 77 σ. ; 18 εκ."

Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

Παροράματα ή αλλιώς λάθη που διορθώνονται


Είναι 1902 και δημοτικιστής  Φώτης Φωτιάδης εκδίδει το "γλωσσικόν ζήτημα κ' η εκπαιδευτική μας αναγέννησις". Στο έργο αυτό εξετάζεται για πρώτη φορά με τέτοια έμφαση η σχέση παιδείας και γλώσσας, η εκπαιδευτική αναγέννηση δεν νοείται χωρίς τη δημοτική. Εμάς ωστόσο δεν μας ενδιαφέρει και τόσο η ιστορία αυτού του βιβλίου ή των απόψεων του Φωτιάδη. Μας ενδιαφέρουν τα λάθη του, όπως αυτός τα παραδέχεται και τα ομολογεί στο τέλος. Μας ενδιαφέρουν, εδώ που τα λέμε, όλων τα λάθη, τα σφάλματα και τα αμαρτήματα. Μας ενδιαφέρουν τα ομολογημένα παροράματα που καμιά φορά διορθώνονται - σπανιότερα στη ζωή, συχνότερα στα βιβλία. Γιατί ακόμη και τα λάθη συγκροτούν μια μεγαλειώδη ιστορία του πολιτισμού μας

1831
1852
1868
1921
1814
1782
1921
1881

1869

Υπάρχουν στιγμές που η αναγνώριση του λάθους ή η έλλειψη των πόρων δηλώνεται με μια εντυπωσιακή αμεσότητα κι ευθύτητα σχεδόν συγκινητική. Είναι 1932 - στο Ροστόβ επί του Ντον το Εκδοτικό του Κομμουνιστή τυπώνει ελληνόφωνα σχολικά βιβλία για τους Έλληνες της σοβιετικής επικράτειας με φωνητική ορθογραφία. Σε ένα μαθηματικό βιβλίο ("Ι ζοί σε αριθμύς") η τελευταία σελίδα απολογείται για την έλλειψη του σημαδιού της πρόσθεσης:

1932


Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

Το παραμύθι του λυπημένου σκοπού


Ένας άνθρωπος έγινε σιωπή. Άναψε τσιγάρο, σαν φάρο το κράτησε αναμμένο στην άκρη των δαχτύλων του, δεν φύσηξε τον καπνό. Τον κράτησε μέσα του. Κι ύστερα άναψε κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο. Κι ο καπνός έγινε σύννεφο και άρχισε να βρέχει μέσα του πολύ. Άνοιξε την ομπρέλα του και χάθηκε στη βροχή σφυρίζοντας έναν λυπημένο σκοπό.

***
ο πίνακας είναι του Martin Lewis

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Το παραμύθι του Νώντα


Στο τέλος του δρόμου που οδηγούσε περίπου στην άκρη του κόσμου, ή τελοσπάντων στην άκρη αυτού του νησιού, έζησε ένας άνθρωπος. Δεν ήταν δικός μας - εννοώ δεν γεννήθηκε εδώ. Ήταν στεριανός. Αγάπησε τον τόπο μας κι έγινε ψαράς κι ύστερα άνοιξε μια ταβέρνα στο τέλος του δρόμου που οδηγούσε περίπου στην άκρη του κόσμου κι ο κόσμος ερχόταν να φάει και να ακούσει τα τραγούδια που έλεγε, που ταξιδεύουν τις ψυχές των ανθρώπων στις θάλασσες του πόθου και της λήθης.

Μια μέρα ο ψαράς ένιωσε έναν μεγάλο πόνο στην κοιλιά, και την επόμενη μέρα και για πολλές ακόμη δεν μπορούσε να φάει και τα μάτια του είχαν σκοτεινιάσει, κι ανησυχήσαμε και του είπαμε να πάει στην Αθήνα. Οι γιατροί του είπαν πως πρέπει να μπει στο χειρουργείο. Όταν άνοιξαν την κοιλιά του πετάχτηκε από μέσα ένα τεράστιο ψάρι που άνοιξε το θεόρατο στόμα του και τον έφαγε όλο.

Στο τέλος του δρόμου τώρα πια είναι το τέλος του κόσμου.

***
ο πίνακας είναι του Antonio Frasconi

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Το παραμύθι των ανθρώπων που βγήκαν από τα όνειρά μας


Μια μέρα οι άνθρωποι που ζήσαν στα όνειρά μας, φύγαν από αυτά, κάποια πόρτα ανοιχτή θα βρήκαν κι ήρθαν στον κόσμο μας. Μην φανταστείτε πως όλο ετούτο έγινε αμέσως αντιληπτό: σιγά-σιγά οι άνθρωποι συναντούσαν στους δρόμους και στα γραφεία τα πρόσωπα της λαγνείας ή του φόβου τους ή καμιά φορά πεθαμένους παλιούς και καινούριους. Ανησυχήσαμε στην αρχή, μην μας εκθέσουν τα κρυμμένα πρόσωπά μας, όμως με τον καιρό συνηθίσαμε τόσο τα δικά μας, όσο και των άλλων τα φαντάσματα. Τα χρόνια περνούσαν κι εμείς γερνούσαμε μαζί με τους ανθρώπους που ζήσαν στα όνειρά μας, μαράθηκαν οι πόθοι μας κι οι φόβοι μας έκαναν παιδιά, άλλοι βρήκαν δουλειά και άλλοι ξενιτεύτηκαν, με άλλους συγκατοικήσαμε και με άλλους χωρίσαμε για πάντα. Κανονικά μπερδέματα δηλαδή της ζωής.


Μόνο που έκτοτε δεν ξαναείδαμε τον εαυτό μας στον καθρέπτη.

***
ο πίνακας είναι του Geoffrey Laurence 

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Κάπου Α.



Στα σχολεία σκοτώνουν τα παιδιά μας
μην μιλάς με το διπλανό σου
σήκω στον πίνακα
βγάλε
μια κόλλα χαρτί
γράφε καλύτερα στοιχηθείτε
 - σκοτώνουν τα παιδιά μας
Της πατρίδος μου η σημαία εκδρομή
στο εκπτωτικό χωριό στα Σπάτα
ορθογραφικά λάθη
νοηματικά λάθη
ασυγχώρητα λάθη
ποινή
Αδικαιολόγητα παρών προβιβάζεσαι
επαναληπτικά διαγωνίσματα επαναληπτικές
καραμπίνες
επαναληπτικές αντωνυμίες
σκοτώνουν τα παιδιά μας

χρήσιμοι νεκροί στην Κοινωνία

***
ο πίνακας είναι του Oscar Pearson

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Το παραμύθι του άντρα που αγαπούσε τα κύματα



Ήταν ένας άντρας που αγαπούσε τα κύματα. Ώρες καθόταν στην παραλία και τα κοιτούσε. Μια μέρα έγινε θάλασσα.

Ήταν ένας άντρας που αγαπούσε τα παραμύθια. Ώρες καθόταν κι έγραφε. Μια μέρα πέθανε.


Ε, και ζήσαμε εμείς καλά.

***
ο πίνακας είναι του Marsden Hartley

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

"Είναι απλά λέξεις"


Είδα το "Πάτερσον" του Τζιμ Τζάρμους . Την εβδομάδα ή τη ζωή ενός οδηγού λεωφορείου που τον λένε Πάτερσον και μένει στο Πάτερσον του Νιου Τζέρσεϋ, που ξυπνάει στην αγκαλιά της γυναίκας του κάθε πρωί, βάζει το ρολόι του και φεύγει για τη δουλειά. Οδηγάει νωχελικά στους ίδιους δρόμους συναντώντας συχνά δίδυμους συμπολίτες του, λαθρακούει τους διαλόγους τους, στο διάλειμμά του κάθεται στο πάρκο της πόλης και γράφει ποιήματα στο ύφος της σχολής της Νέας Υόρκης. Σχολάει κι επιστρέφει στο σπίτι του, πριν μπει ισιώνει το γραμματοκιβώτιό του, το οποίο για κάποιους δικούς του λόγους φροντίζει να στραβώνει πάντα το αγγλικό μπουλντόγκ που ξαπλώνει στην πολυθρόνα του. Ύστερα επιβραβεύει τη δημιουργική Λώρα που βάφει ασπρόμαυρο τον κόσμο (η Λώρα είναι ο Τζάρμους). Το βράδυ πάει το σκύλο του βόλτα και πίνει ένα ποτό στο μπαρ στη γωνία. Οι μέρες περνάνε με μικρές ανατροπές και διαφορές που με κανέναν τρόπο δεν διαταράσσουν τη ρουτίνα του ήρωα που γράφει ποιήματα σε ένα σημειωματάριο. Μέχρι που το Σάββατο ο σκύλος τρώει το σημειωματάριο και τα ποιήματα χάνονται. Και την Κυριακή ένας από μηχανής γιαπωνέζος ποιητής του δίνει ένα καινούριο σημειωματάριο και η ποίηση ξαναρχίζει από την αρχή.

Το «Πάτερσον» είναι μια οπτικοποίηση της ποιητικής δημιουργίας, είναι ο αυτισμός του δημιουργού που μετατρέπει σε λέξεις τη ζωή παρακολουθώντας την εκτός πλάνου, είναι μια εβδομάδα της Δημιουργίας – οι 7 μέρες της δημιουργίας του ποιητικού κόσμου. Μια εξαιρετική κινηματογράφηση μιας θεατρικής καθημερινότητας με μικρές εκπλήξεις και σχόλια, ένα εσωτερικό βλέμμα τρυφερό και παιχνιδιάρικο, μια ιδιότυπη ειρωνεία των ανθρώπινων σχέσεων, η ζωή ως στοχασμός για τη ζωή.


Η επαναληπτικότητα των σκηνών δημιουργεί στο θεατή την προσδοκία ενός αντίστοιχου τέλους: μια πιθανή ανατροπή, μία με οποιοδήποτε τρόπο κορύφωση ή έστω μία μη κορύφωση που θα εξυπηρετεί την κυκλική πορεία των πραγμάτων και το ύφος της ταινίας. Νομίζω πως ο γιαπωνέζος ποιητής είναι ένα αμήχανο εύρημα. Αλλά αν το σκεφτείς, θα μπορούσε να είναι και η τελευταία φράση ενός ποιήματος, οριακά σχετική με το υπόλοιπο κείμενο, μια κατακλείδα. Δεν έχει και τόσο σημασία. Αυτό που νομίζω πως μένει στο θεατή είναι αυτή η ιδέα της επανάληψης, η μαεστρία αυτής της κινηματογράφησης, η ταινία ως ποίημα. Κι αυτό είναι μια πολύ ωραία συμβολή του αγαπημένου Τζάρμους στον κινηματογράφο, ούτως ή άλλως.


***
για το "Πάτερσον" έγραψε και η Ρούμπη εδώ: Πάτερσον*

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

Το παραμύθι του μαγαζιού με τα χίλια κουτάκια


Στη μικρή μας πόλη ήταν ένα παλιό μαγαζί. Κοντά στην κεντρική πλατεία. Έλεγες, περνώντας απέξω, πως το είχε ξεχάσει ο χρόνος εκεί. Η μεγάλη, θολή τζαμαρία του, τα στόρια και τα φώτα του, οι πάγκοι, τα ράφια του θαρρείς πως ανήκαν στον προηγούμενο αιώνα. Ακόμη κι οι δυο ιδιοκτήτες του, δυο γεροντάκια μικροσκοπικά απροσδιόριστης ηλικίας που μύριζαν τριαντάφυλλο, δυο γεροντοπαλίκαρα που οι κουτσομπόληδες της πόλης λέγαν πως ήτανε ζευγάρι, «αδερφές». Ο ένας εξυπηρετούσε τους πελάτες. Άνοιγε κι έκλεινε δεκάδες κουτάκια, ανεβοκατέβαινε σε σκαλίτσες ψάχνοντας  γρήγορα στα ψηλά και στα μακρινά ράφια ακόμη και την πιο παράδοξη παραγγελιά μας: κουμπιά, καρφίτσες, καραμέλες, κόπιτσες, νήματα, βελόνες, βελονάκια, τρούφες, χαρτοπετσέτες, τσιμπιδάκια, κουβαρίστρες, αυτοκόλλητα, ζελατίνες, κουφέτα για γάμους και μνημόσυνα, καρβουνάκια και λιβάνια, φυτιλάκια, βίδες, πρόκες, παξιμάδια, συρραπτικά, μολύβια, ξύστρες, γομολάστιχες, χάρτες, τετράδια, ψαλίδια, κόλλες, αποξηραμένα φρούτα, σαπούνια, ερωτικά βιβλία και πονηρές καρτ ποστάλ, φιλμ, όσπρια και ρύζι… Ο άλλος, αργός σαν τη λήθη, ήταν στο ταμείο. Χτυπούσε την τιμή, έπαιρνε τα λεφτά, επέστρεφε τα ρέστα, τύλιγε με υποκίτρινο ρυζόχαρτο την πραμάτεια και στην έδινε συνοδεύοντάς την με ένα αλλόκοσμο χαμόγελο και τη φράση «τα σέβη μου». Έφευγες γελώντας με αυτό το «σέβη μου» κι αν πετύχαινες κανέναν γνωστό βγαίνοντας στο δρόμο του έλεγες συνθηματικά και κλείνοντας το μάτι «τα σέβη μου» κι εκείνος γελούσε πιάνοντας το νόημα…

Δεν υπήρχε άνθρωπος στην πόλη μας που να μην έχει βγει από το "μαγαζί με τα χίλια κουτάκια" χωρίς αυτό που έψαχνε. Κάποια στιγμή τα γεροντάκια πέθαναν, με λίγες μέρες διαφορά ο ένας απ' τον άλλο,  κι έκλεισε το μαγαζί. Εμείς δεν ήμασταν πια παιδιά, τα Πανεπιστήμια και τα κορίτσια μας έσερναν σε αμφιθέατρα και κρεβάτια εναλλάξ στην Πρωτεύουσα. Με τα χρόνια το μαγαζί ρήμαξε πια, η σκεπή του γονάτισε, τα τζάμια του δεν άφηναν τα βλέμματά της πόλης να δουν εντός του, οι σοβάδες πέφτοντας έγδυναν τους τοίχους του, όπως ένας άντρας γδύνει αργά μια γυναίκα. 

Πριν λίγες μέρες γκρέμισαν το μαγαζί. Μια μπουλντόζα κι ένα φορτηγό, το εξαφάνισαν από τα μάτια μας. Στο πρώτο χτύπημα του τοίχου που κατέρρευσε, άνθρωποι μαζεύτηκαν τριγύρω και βάλαν τις φωνές. Δεν ήταν εύκολο όλο ετούτο για τη μικρή μας πόλη. Οι μπουλντόζες σταμάτησαν για λίγες ώρες και μπήκαμε όλοι μέσα. Όλα έμοιαζαν τακτοποιημένα , σαν να μας περίμεναν. Σκορπίσαμε στο κατανυκτικά στο χώρο κι ο καθένας μας πήρε από ένα συρταράκι σιωπηλός, άλλος με κόπιτσες, άλλος με λιβάνια, άλλος με βελονάκια, κουβαρίστρες, πονηρά βιβλία και καρτποστάλ, πρόκες. Πέρασε όλη η πόλη από 'κει. Μικροί μεγάλοι βγήκαμε με ένα κουτί στο χέρι, τυλιγμένο με κιτρινισμένο ρυζόχαρτο και χαιρετώντας ο ένας τον άλλον."Τα σέβη μου" λέγαμε εκείνη τη μέρα. Κι ύστερα όλα χάθηκαν.

***
ο πίνακας είναι του Christopher Wood

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Το παραμύθι του ξένου


Μια μέρα ήρθε στην πόλη μας ένας άνθρωπος. Το πρόσωπό του δεν μας άρεσε, ήταν διαφορετικό απ' το δικό μας. Στα μάτια του έκλαιγαν παιδιά, σκούζανε βομβαρδισμοί στα αυτιά του και φωνές απελπισίας, η μύτη του μύριζε καπνούς και καμμένη σάρκα, οι λέξεις του ήταν ο ύπνος των νεκρών. Δεν μας άρεσε. Γι' αυτό μια μέρα του αλλάξαμε τη μούρη. Τη σκάψαμε, την πλάσαμε με αίμα, μαύρη την κάναμε. Σαν την ψυχή του. Κι έτσι το πρόσωπό του μοιάζει τώρα με το δικό μας πρόσωπο.

***
ο πίνακας είναι του Emil Nolde

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Το παραμύθι του ποιητή στον Πειραιά


Ήταν ένας άντρας που ζούσε μόνος - μόνος στη δουλειά και στο σπίτι του, μόνος στο κρεβάτι, μόνος στον πόνο του, πριν ανοίξει την πόρτα και αφού την κλείσει μόνος του. Στην αρχή δεν άντεχε τη σιωπή. Τα χρόνια πέρασαν και σιγά-σιγά την αγάπησε. Στο τέλος ήταν ο ίδιος η σιωπή - όλα γύρω του (το ρολόι, η κατσαρόλα, οι τοίχοι, τα όνειρα, τα πουλιά κι ο αέρας) δήλωναν την παρουσία τους με ένα τρίξιμο, μια κραυγή, ένα ψιθύρισμα. Εκείνος όχι.

Ένα απόγευμα βγήκε από το σπίτι του γυμνός. Στο δρόμο ο κόσμος τον παρατηρούσε ξαφνιασμένος, τα παιδιά γελούσαν πονηρά, ένας παπάς ξεστόμισε μια προσευχή στον Ύψιστο. Είπαν πως είναι τρελός. Ώρα μετά τον είδαν να φτάνει στο λιμάνι, να στέκεται δίπλα στον κίτρινο κάβο που δένουν τα μεγάλα πλοία. Απέναντί του ο ουρανός μπερδεμένος: σύννεφα και ναυαγισμένες μέρες, μια χαίνουσα πληγή. "Είμαι νεκρός, νεκρόοοοος" φώναξε και βούτηξε στο νερό και χάθηκε μέσα στη νύχτα που σκέπαζε σαν τη σιωπή σιγά-σιγά τον κόσμο.

***
ο πίνακας είναι του Νίκου Εγγονόπουλου

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Το παραμύθι του ανθρώπου που πέθανε γεμάτος ιστορίες


Ήτανε κάποτε ένας άνθρωπος γεμάτος ιστορίες εντός του. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι κουτιά γεμάτα ιστορίες. Αν αγαπηθούν, τα κουτιά ανοίγουν και οι ιστορίες μοιράζονται στους άλλους ανθρώπους. Ο άνθρωπος της ιστορίας αυτής δεν αγαπήθηκε ποτέ και πέθανε γεμάτος – σε ολόκληρη τη ζωή του ούτε λίγο δεν ξαλάφρωσε από το βάρος των ιστοριών του. Ο λόγος που μοιράζουμε τις ιστορίες είναι γιατί μας είναι δύσκολο να τις κουβαλάμε κι έτσι τα παραμύθια είναι μία μέθοδος κατανομής βαρών.

***
ο πίνακας είναι του Christopher Wood

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Το παραμύθι του δράκου


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παλικάρι. Σε μάχη μεγάλη έμπλεξε με το δράκο. Που έκαιγε τα χωράφια των ανθρώπων με την ανάσα του και χόρταινε τη πείνα του με τα όνειρα των ανύπαντρων κοριτσιών.  Κι έχασε. Το όμορφο κορμί του άψυχο ξάπλωσε στο χώμα και τα όρνια του φάγανε τα σπλάχνα και τα σκαθάρια φωλιάσανε στα πράσινά του μάτια. Η ανάσα του δεν φλόγισε έκτοτε των κοριτσιών τα χείλη, ούτε στα όνειρα τρύπωσε ξανά των ανθρώπων.

Οι παραμυθάδες τον λένε όμως στα παραμύθια τους. Αλλάζουν μοναχά λίγο την ιστορία. Λένε πως νίκησε το δράκο, πως τα χωράφια των ανθρώπων δεν κάηκαν ποτέ απ' τον πόλεμο και πως φιλιούνται ακόμη των κοριτσιών τα χείλη και πως τα όμορφα κορμιά στη γη ξαπλώνουν κι ερωτεύονται. Και πως ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Όμως οι παραμυθάδες ξέρουν καλά την αλήθεια. Γιατί είναι ο δράκος.

***
Ο πίνακας είναι του Μιχάλη Μαδένη

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Αχαρνών, Γενάρης του '17


Υπάρχουν στιγμές μέσα στη μέρα, μέρες μες στην εβδομάδα που είσαι κάπως αλλοπαρμένος. Αυτό ακριβώς: σαν να σε παίρνουν μαζί τους άλλα πράγματα από την καθημερινότητα, τις υποχρεώσεις και τις χαρές σου, τα πρόσωπα και τα κτίρια γύρω σου. Σαν να περπατάς σε καθρέπτες, σαν να είσαι ξύπνιος μέσα σε όνειρο, δηλαδή περίπου αυτού του κόσμου. Είναι που τότε γίνεσαι ευάλωτος, τα πάντα γύρω σου σε πονάνε, μπαίνουν εντός σου με όλη την ένταση της ζωής. Είναι οι ώρες που θα μπορούσες να γράψεις παραμύθια, να φτιάξεις μικρές ποιητικές ιστορίες, να ρηγματώσεις το χρόνο και την αλήθεια με δικές σου φαντασίες. Είναι οι ώρες που μπορείς να αφηγηθείς, που μπορείς να δραπετεύσεις.

Περπατάς στην Αχαρνών. Τον αγαπάς αυτό το δρόμο. Την ευθεία του, τις μυρωδιές, την ποικιλία των ανθρώπων του, τα ρημαγμένα κτήριά του, τις πολυκατοικίες του. Κι είναι μια Δευτέρα του Ιανουαρίου. Βρεγμένη και κρύα. Σκέφτεσαι τα αγάλματα που είδες στη Βικτώρια, την πάλη του Θησέα με τον Ευρυτίωνα για την Ιπποδάμεια,  και τα φαντάστηκες να δραπετεύουν από το βάθρο και την πάλη που κάποιο χέρι γλύπτη τα καταδίκασε κάποια στιγμή. Σκέφτεσαι τα αγάλματα που είδες να παλεύουν, τώρα να κάνουν έρωτα, να τρέχουν στη νοτισμένη πλατεία αφηνιασμένα και να γελούν να γελούν να γελούν. Σκέφτηκες παραμύθια και ιστορίες των ανθρώπων αυτού του δρόμου: θανάτους, ξενιτεμούς, διαψεύσεις, κάθε είδους χωρισμό και συνάντηση. Ο γιος σου σου είπε χθες το βράδυ πως δεν του αρέσει οι ιστορίες να έχουν κακό τέλος κι εσύ ήθελες να του πεις πως το κακό δεν έχει τέλος. Όμως του είπες πως οι ιστορίες με κακό τέλος είναι πιο ενδιαφέρουσες και πως μια ιστορία με καλό τέλος μπορεί να την ξεχάσεις, μια ιστορία με κακό ποτέ.

Μπήκες στο τραίνο. Στριμώχτηκες. Οι άνθρωποι στριμώχνονται στα τραίνα. Κοιτάς το πρόσωπό σου που καθρεφτίζεται στην πόρτα. Και μαζί με σένα κοιτάς και τα άλλα πρόσωπα. Και λες πως αυτό είναι ένα εφήμερο πορτραίτο. Σε λίγο, στον επόμενο σταθμό, θα χαθεί. Χιλιάδες πορτραίτα που ζούνε για λίγο ταξιδεύουν στα τραίνα. Μια μέρα να γράψουμε ένα ποίημα για τα πορτραίτα που ζούνε για λίγο.


Κι ύστερα στο σταθμό που κατεβαίνουν οι άνθρωποι βλέπεις μια οικογένεια προσφύγων: τρία παιδιά, μια μάνα με μαντίλα στο κεφάλι. Ο πατέρας φοράει ένα δερμάτινο μπουφάν. Τους παρακολουθείς και σκέφτεσαι τη ζωή τους σε αυτή την πόλη, σε αυτή τη χώρα, και το βλέμμα τους σε νικάει. Έχουν φύγει από τον κόσμο τους, όχι γιατί δραπέτευσαν, αλλά γιατί του ξερίζωσαν. Κι ύστερα λες πως είναι μεγάλη η πολυτέλειά σου να ζεις κι έξω από τον κόσμο ετούτο, με τα βιβλία και τις φαντασίες σου και τα σχέδια για παραμύθια και ιστορίες. Πολύ σου πάει φιλαράκο να ονειρεύεσαι, πολύ σου πάνε τα αγάλματα που κάνουν έρωτα και όχι πόλεμο στην πλατεία. Άει στο διάολο πια που νομίζεις πως ο κόσμος είναι μια ιστορία που ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

***
ο πίνακας είναι του Alexey Kondakov