Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Με λένε Έμιλυ!


Καιρό τώρα ζω στη μικρή σας πόλη. Στον έρωτα στο θάνατο, στις αποχρώσεις μιας περίπου τελετουργικής καθημερινότητας με τις βιασύνες και τις αγωνίες της, τις ελπίδες και τις αποτυχίες της, με νέους που μπαίνουν ενθουσιώδεις κι αψίκοροι και παλιούς που αποσύρονται σοφοί, χωρίς πνοή όταν έχει «σπουδαίο φεγγάρι». Στη μέση μιας συνέλευσης του συλλόγου γονέων φωνάζω «πού είναι το κορίτσι μου; Πού είναι το κορίτσι μου που έχει τα γενέθλιά του;» κι ύστερα προβάρω ένα νυφικό ή σέρνω την αγελάδα μου τη Μπέσυ στην Πανεπιστημίου και το γονατάκι μου δεν λέει ψέματα ποτέ, κερνάω παγωτά το κορίτσι μου και τρέχω να φέρω λεφτά για να πληρώσω τον κύριο Μόργκαν κι επιστρέφω ακριβώς σε δέκα χρόνια, ούτε μέρα παραπάνω. Ο ρόλος μου θα έπρεπε να είναι… θα ήθελα να είμαι ο Διευθυντής Σκηνής: με μια ειρωνική τρυφερότητα, μια απόκοσμη αποστασιοποίηση να περιγράφω τους πόθους και τα πάθη σας, να εναλλάσσω τις σκηνές της ζωής σας ορίζοντας και τα σκηνικά της (γι’ αυτούς που πιστεύουν πως πρέπει να υπάρχουν σκηνικά). Ένας θεός πιο φιλεύσπλαχνος, που αγαπάει την άγνοιά σας, διόλου διδακτικός ή θυμωμένος, με μια διακριτική μελαγχολία κι αναπόληση. Κι ύστερα, εκεί στο τέλος να σας καληνυχτίζω γιατί είναι 11 η ώρα στο Γκρόβερς Κόρνερς κι είδατε δυο ώρες μπροστά σας να περνάει η ζωή κι ο θάνατός σας κι αύριο θα δώσουμε άλλη μία παράσταση.

Όμως στ’ αλήθεια… είμαι η Έμιλυ. Σηκώνομαι απότομα στη βιβλιοθήκη που δουλεύω και σηκώνω τα χέρια, φέρνω ένα γύρω σαν να χορεύω στη Μελωδία της Ευτυχίας, αγκαλιάζω τον κόσμο, το φως, τα βουνά και ρωτάω τους ενοχλημένους αναγνώστες που διαβάζουν σκυφτοί: «Μπορώ να γυρίσω και να ξαναζήσω όλες αυτές τις μέρες. Γιατί όχι;» Ε μητέρα;

[Αν σ’ ενοχλεί που παίζω έτσι αυτή τη σκηνή, δεν με νοιάζει. Μπαίνω και βγαίνω γλυκιά μου από μέσα μου, τρυπάω το σώμα μου, πλακώνω στις μπουνιές την ψυχή μου, με πρησμένα μάτια σε κοιτάζω και σε βλέπω, εγώ βλέπω και πιο μέσα, στη φοβισμένη και δειλή και μίζερη σκοτεινιά σου. Ενώ εσύ δεν βλέπεις τίποτα. Τυφλή στ’ αυτιά, στα μάτια, στο μυαλό.]

Γι’ αυτό και είμαι η Έμιλυ: για την ορμή της ζωής. Κομμένη αρτηρία είμαι που βάφει κόκκινο τον ορίζοντα και πλημμυρίζει το βλέμμα των ανθρώπων κόκκινα δάκρυα, κόκκινες λέξεις, κόκκινες σιωπές.

Σήμερα το πρωί βγήκα στο δρόμο, στην οδό Σιτάκης – η χθεσινή βροχή είχε πλύνει τον κόσμο κι ένας ήλιος λαμπρός, πεντακάθαρος απλωνόταν σιγά-σιγά παντού. Πρόβαρα τα λόγια της πρώτης σκηνής. Ο κύριος Γουέμπ, παίζω τον κύριο Γουέμπ, απευθύνεται στο κοινό και τους λέει:


«Όχι κυρία μου, δεν έχουμε και πολύ καλλιέργεια του ωραίου, όμως εδώ ίσως πρέπει να σας πω, ότι έχουμε και ‘μεις πράγματα που χαιρόμαστε με τον τρόπο μας. Μας αρέσει ο ήλιος όταν βγαίνει το πρωί από τα βουνά και όλοι μας προσέχουμε τα πουλιά, τα παρακολουθούμε πολύ, όπως και τα δέντρα και τα λουλούδια. Και προσέχουμε και τις εποχές της φύσης! Ναι, αυτά τα ξέρουμε και τα χαιρόμαστε όλοι. Όμως για τα άλλα, έχετε δίκιο κυρία μου! Λίγα πράγματα.»

Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

Το παραμύθι της μικρής μας πόλης


Ήταν μια γυναίκα που περπατούσε στη μικρή μας πόλη. Όλοι μας ξέραμε πως δεν ήταν μόνη της. Μέσα της περπατούσαν δεκάδες άλλοι άνθρωποι, δεν πήγαιναν όλοι μαζί της, κάποιοι απλά περνούσαν από μέσα της προς διάφορες κατευθύνσεις, άλλοι στέκονταν ψάχνοντας προσανατολισμό, σκοπό, λόγο, άνθρωποι που αρνούνταν να αλλάξουν θέση, να φύγουν ή να επιστρέψουν, νεκροί ή ερωτευμένοι. Ένας ολόκληρος κόσμος εντός της, συχνά αναρωτιόμασταν πώς μπορούσε να σηκώνει το βάρος του.


Μια μέρα η γυναίκα που περπατούσε στη μικρή μας πόλη πέθανε. Κι όλος αυτός ο κόσμος που ήταν μέσα της, βγήκε έξω στο φως. Άνθρωποι σαν κι εμάς, νεκροί κι ερωτευμένοι και αργόσχολοι και βιαστικοί, παιδιά, γριές κι εργαζόμενοι. Κι η πόλη μας μεγάλωσε ξαφνικά κι η κίνηση εντός της αυξήθηκε. Άνθρωποι που έφευγαν, άλλοι που έρχονταν και κάποιοι που στέκονταν. Καμιά φορά σκέφτομαι πως η πόλη μας είναι το σώμα μιας γυναίκας, μέσα της περπατούμε. Προς διάφορες κατευθύνσεις.

***
Το σχέδιο είναι του Paul Delvaux

Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

Το παραμύθι του άντρα της βροχής


Μια νύχτα που έβρεχε, από τον ουρανό έπεσε ένας άντρας. Τον είδαμε από τα παράθυρα των σπιτιών μας να περπατάει γυμνός στους δρόμους. Και την άλλη μέρα να κοιμάται του καλού καιρού στο πάρκο, σ’ ένα παγκάκι. Κάποιος του έδωσε δυο ρούχα να φορέσει, όχι για να μην κρυώνει, αλλά για να καλύψει τη γύμνια του. Αφού δεν είχε όνομα κι ούτε προφανώς τον ενδιέφερε να έχει (πάντως κανείς μας δεν τον ρώτησε) τον είπαμε «ο άντρας της βροχής».


Όποτε βρέχει τις νύχτες, εκείνος περπατάει στους δρόμους, όμως ούτε γυμνός είναι, ούτε ανώνυμος πια. Κι εμείς κοιμόμαστε ήσυχοι στα κρεβάτια μας, αφού μόνο ό,τι δεν κρύβεται ή δεν έχει όνομα μπορεί να μας κρατήσει ξύπνιους.

***
το σχέδιο είναι του Pablo Picasso 

Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Το παραμύθι των παραμυθιών και των ονείρων


Κάποτε τα παραμύθια κουράστηκαν να παραμυθιάζουν τους ανθρώπους. Δεν είναι πως δεν είχαν όρεξη πια να πουν ιστορίες, ν’ αφηγηθούν μάχες του πολέμου και του έρωτα, δοκιμασίες και κατορθώματα. Όχι δεν είναι κάτι τέτοιο. Είναι που δεν άντεχαν πια τον πόνο και την αγωνία, που δεν άντεχαν πια να σπέρνουν, να φροντίζουν, να καλλιεργούν, να κλαδεύουν, να ποτίζουν και τελικά να θερίζουν ελπίδα για τις ψυχές των ανθρώπων. Ο πόνος των ανθρώπων ήταν αχόρταγος και τα παραμύθια είχαν πια εξαντληθεί, δούλευαν ασταμάτητα, αυξάνοντας μέρα με τη μέρα την παραγωγή τους. Ώσπου μια μέρα έπεσαν λιπόθυμα κάτω.


Όταν τα παραμύθια σταματούν, εκκινούν τα όνειρα. Μετά το τέλος των παραμυθιών τα όνειρα έφυγαν από τον ύπνο των ανθρώπων, δραπέτευσαν από το υποσυνείδητο κι ορμητικά ξεχύθηκαν στα λόγια και τις σκέψεις τους, κι ο κόσμος πήρε πάλι μπροστά κι αναστάτωση μεγάλη έγινε κι όλοι άρχισαν να σπέρνουν την ελπίδα, γιατί τα όνειρα δεν έχουν τέλος, έχουν μονάχα αρχή. Κι η ελπίδα ξανάρθε στις ψυχές των ανθρώπων και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

***
ο πίνακας είναι του Max Ernst

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Δεν θέλω να είμαι



Πριν από χρόνια ξύπνησα ένα πρωί. Έμενα τότε στα προσφυγικά της Αλεξάνδρας, το κρεβάτι μου ήταν δίπλα στο παράθυρο και πάντα κοιμόμουν με ανοιχτά τα παντζούρια. Το φως του ήλιου έμπαινε το πρωί μέσα στο σπίτι χαϊδεύοντας σιγά-σιγά το κρεβάτι, το χαλί, τα βιβλία και τα ρούχα μου κι όλα ξυπνούσαν. Πρέπει να έβγαινα από κάποιο υπέροχο όνειρο γιατί με το που άνοιξα τα μάτια μου ένιωσα μια παράδοξα έντονη ευτυχία που ήμουν ζωντανός. Ξαπλωμένος στο πλάι κοιτούσα τα δάχτυλα του χεριού μου να λούζονται στο φως και ήμουν χαρούμενος, τα κουνούσα και με εντυπωσίαζε το θαύμα της ζωής κι η ομορφιά τους. Νομίζω πως δεν έχω νιώσει πάλι τόση ευτυχία.

Ανακαλώ καμιά φορά αυτή τη μνήμη γιατί μου θυμίζει πώς αξιολογώ εγώ τη ζωή, τι θεωρώ σημαντικό, τι πραγματικά θέλω από αυτήν. Καθώς ξοδεύομαι σε ένα διαρκές και αδιάκοπο και αγχωτικό πηγαινέλα με ανθρώπους και ρόλους και υποχρεώσεις, άλλοτε με τεντώνουν επικίνδυνα και άλλοτε με καλοπιάνουν με μικρές χαρές, νομίζω πως επιταχύνω το χρόνο – που ούτως ή άλλως είναι μετρημένος, συγκεκριμένος, αμετάκλητος. Ξέρω πως για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή και πως οι εποχές μας συντηρούν απλά το πνεύμα της επανάστασης και δεν δουλεύουν γι’ αυτήν (όσο αναγκαία και αν είναι). Ουσιαστικά περιφρονώ τους ανθρώπους της απραξίας και θαυμάζω τους ανθρώπους της δράσης – αν και πια ξέρω πως οι τελευταίοι δεν είναι καλύτεροι από τους άλλους, είναι απλά χαλασμένοι, σαν τους ποιητές και αυτοί: φτιαγμένοι και καταδικασμένοι να δρουν. Η δράση είναι αδυσώπητος αγώνας, σε δοκιμάζει, σε θέλγει, σε νικάει, σε ενθαρρύνει, σου χαρίζει το σώμα της αλλά όχι την ψυχή της. Προτιμώ την ποίηση – αν μπορούσα να την κάνω δική μου νομίζω πως θα ξανάνιωνα την ευτυχία εκείνου του πρωινού. Γιατί η ποίηση είναι ο κόσμος που ονειρευτήκαμε και φτιάξαμε, αν υπάρχει είναι ένα θέμα που κανέναν (πόσο μάλλον εμάς) δεν ενδιαφέρει. Η τέχνη είναι νομίζω τρυφερή και βίαιη μαζί. Η δράση είναι μόνο βίαιη, και η απραξία σοφή, δεν θέλω να είμαι ούτε βίαιος ούτε σοφός.

Μου αρέσουν τα παραμύθια. Για την τρυφερή και βίαιη ειρωνεία τους μου αρέσουν, που νοιάζεται για τους αγώνες των ανθρώπων χαρίζοντας τη νίκη πάντα στο καλό, αλλά που στο τέλος με αυτό το «ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» κλείνει το μάτι στο αναπόφευκτο παιχνιδιάρικα.

***
Ernst Ludwig Kirchner

Τετάρτη, 11 Οκτωβρίου 2017

Το παραμύθι του άντρα που διάβαζε


Μια φορά ένας άντρας αγόρασε ένα τετράδιο με λευκές σελίδες. Οι άνθρωποι θεώρησαν πως το χρειαζόταν για να γράψει κάτι εκεί ο ίδιος ή τα παιδιά του. Την επόμενη μέρα τον είδαν να κάθεται στη βεράντα του σπιτιού του και να το διαβάζει. Από το πρωί ως το βράδυ. Και παραξενεύτηκαν ακόμη περισσότερο την επόμενη μέρα που τον είδαν πάλι να διαβάζει τις λευκές σελίδες – κάποιος τον ρώτησε και ο άνθρωπός μας του είπε πως οι λευκές σελίδες δεν είναι άδειες, ούτε οι γραμμένες γεμάτες. Οι μέρες πέρασαν και οι άνθρωποι συνήθισαν να τον βλέπουν εκεί. Μετά από καιρό κάποιος τον ρώτησε «μα πάντα το ίδιο θα διαβάζεις;»

***
ο πίνακας είναι του Gonzalo Cienfuegos

Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2017

Πλένοντας τα πιάτα της Κυριακής


Ξέρεις ξέρω πόσο πολύ ξοδεύω για το λίγο – δεν είναι η πρώτη φορά που αναρωτιέμαι αν αξίζει. Δεν βοηθάει κι ο καιρός. Ποτέ δεν με βοήθησε. Αυτά τα κρύα απογεύματα, τα συννεφιασμένα, είναι η ανάσα μου που δυσκολεύεται. Αν δεν ήμουν άνθρωπος, θα ήμουν ένα τέτοιο απόγευμα. Χωρίς πολύ κόσμο, μόνο με λίγους διαβάτες στους δρόμους, σκυμμένους προς τα μέσα τους και με αυτό το κάτι που πάντα περισσεύει ή πάντα λείπει – ποτέ δεν μπόρεσα να διαχωρίσω αυτές τις δύο καταστάσεις, ίσως γιατί ό,τι περισσεύει από κάπου λείπει. Αυτό το ξόδεμα λοιπόν στα «δημόσια πράγματα» δεν είναι ελπιδοφόρο, αναγκαίο ίσως, αλλά ελπιδοφόρο όχι. Πολύ το λίγο των ανθρώπων αυτή την εποχή και δεν ξέρω ποιος κάνει ταμείο με αυτό που λείπει. Πάντως όχι εγώ.

Χθες το απόγευμα σκεφτόμουν πλένοντας τα πιάτα της Κυριακής πόσο θα ήθελα να ταξιδέψω στη Χιλή. Να υπάρχει τελικά η άλλη άκρη της γης, είναι μια μπάλα δεμένη στα πόδια μας αυτός ο πλανήτης ή μήπως φτάνοντας στην άκρη του ωκεανού θα χαθούμε στην άβυσσο; Θα ‘θελα να πιω κρασί στους δρόμους του Σαντιάγο, να με γράψει κάποιος στον τοίχο μιας λαϊκής γειτονιάς, ας πούμε να μείνω εκεί σαν ένα σύνθημα ή σαν ποίημα του Νερούντα «θέλω να κάνω μαζί σου αυτό που κάνει κι η άνοιξη στις κερασιές». Κατοικούμε στους τόπους των βιβλίων που αγαπήσαμε, όμως πόσο θα ήθελα να τους δω, να μυρίσω τις μυρωδιές τους, να γευτώ τις γεύσεις τους, να ερωτευτώ τους ανθρώπους τους, να ‘μαι εγώ το λίγο κι εκείνοι το πολύ μέσα στο οποίο θα χαθώ ψάχνοντας. Να ‘μαι εγώ αυτό που λείπει κι εκείνοι αυτό που περισσεύει.


Ακόμη κι η γραφή γυρίζει γύρω από τον εαυτό της, δεν τολμά να δραπετεύσει, να φύγει χωρίς επιστροφή. Οι σκέψεις σαν το κύμα επαναλαμβάνονται, χτυπούν την ίδια παραλία ξανά και ξανά, σαν να μην ξέρουν πως θα το κάνουν αιώνια, σαν να μην θυμούνται πως πάντα αυτό έκαναν. Βαρετή αυτή η επιμονή.

***
ο πίνακας είναι του Gonzalo Cienfuegos

Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

Το παραμύθι της αυτοκτονίας



Μια φορά κι έναν καιρό, σαν και τον αποψινό, ήταν ένα φθινοπωρινό απόγευμα. Ένας άντρας βρισκόταν μέσα στο σπίτι του και η ψυχή του τον βάραινε. Πήγε λοιπόν στο δωμάτιο του γιου του, άνοιξε την ντουλάπα, έβγαλε από 'κει ένα κουτί με στρατιωτάκια και τα έστησε στο πάτωμα. Να τον σημαδεύουν τα έστησε, άλλα όρθια μα γυρτά προς τα εμπρός με τα τουφέκια τους προτεταμένα και άλλα πρηνηδόν, δεκάδες όμορφες στολές και σιωπηλά παραγγέλματα. Κι όταν το πάτωμα γέμισε στρατιώτες, κάθισε απέναντί τους, έδεσε τα μάτια του με ένα πανί, έκανε ένα τσιγάρο και δολοφονήθηκε.

Οι άνθρωποι είπαν πως αυτοκτόνησε, αλλά εμείς ξέρουμε ποιοι το σκότωσαν.


***
Το χαρακτικό είναι του Ernst Ludwig Kirchner

Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

το παραμύθι της παντόφλας


Μια φορά κι έναν καιρό μια γυναίκα γερνούσε μέσα σε ένα σπίτι. Και το σπίτι γερνούσε μαζί της, η βροχή κι ο αέρας δοκίμαζαν την αντοχή των υλικών τους, ο χρόνος που περνούσε  από 'κει έπαιρνε μαζί του σοβάδες και γέλια και χανόταν στου δρόμου την άκρη και τα αδιέξοδα. Τα αδιέξοδα είναι ο μόνος σίγουρος προορισμός που μπορείς να φτάσεις. Όταν ένας άνθρωπος ή ένα σπίτι γερνούν, οι σκιές μεγαλώνουν, γίνονται φαντάσματα και εφιάλτες.

Μια μέρα η γυναίκα πέθανε. Το σπίτι της ρήμαξε. Αν έμπαινες, θα έβρισκες σκόρπια αντικείμενα του σπιτιού πεταμένα στο πάτωμα, άνευ αξίας. Όσα είχαν μια κάποια τιμή τα είχαν πάρει όσοι μπούκαραν στο σπίτι μετά το θάνατό της. Μου άρεσε να μπαίνω κι εγώ, έβρισκα κοντά στο ξεχαρβαλωμένο κρεβάτι της μια βρώμικη πια, πάνινη, μαλακιά παντόφλα και σκεφτόμουν πως κάποιο βήμα θα είχε μείνει εκεί πέρα μετέωρο. Μια δυνατή βροχή ύστερα από καιρό γκρέμισε τη σκεπή, δεν ξαναμπήκα στο σπίτι.


Τώρα πια γερνάω κι εγώ στο δικό μου σπίτι. Κι αυτό μαζί μου. Τα βράδια καμιά φορά μιλάω με τα φαντάσματα, κι αυτά που μου λένε σας τα γράφω στις ιστορίες μου. Προτιμώ να περπατάω ξυπόλητος, για να μην μείνει εκείνη την ώρα κανένα βήμα μετέωρο.

***
ο πίνακας είναι της Χριστίνας Δημητριάδη

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Το παραμύθι της κοιμισμένης γυναίκας



Κάποτε, στην άκρη του καιρού, μια γυναίκα καθόταν σε μια κουνιστή πολυθρόνα. Την είχε πάρει ο ύπνος, στα χέρια της κρατούσε ένα βιβλίο, τα μάτια της ήταν κλειστά κι ένα χαμόγελο σχεδόν ανεπαίσθητο ζωγραφιζόταν στο πρόσωπό της. Μέσα στο όνειρό της ένας γυμνός άνδρας ήρθεπρος το μέρος της, την πήρε από το χέρι και για ώρα περπατούσαν σε ένα λιβάδι γεμάτο παπαρούνες, ο ήλιος του απογεύματος χάιδευε στοργικά το περίγραμμα των σωμάτων τους, ένα πουλί γλυκά κελαηδούσε. Το τραγούδι του πετούσε στον αέρα, μαστίγωνε την ησυχία των νεκρών, έδινε ρυθμό στις πεταλούδες και τρύπωνε στα λαγούμια των ποντικών του αγρού που σε ένα παλιό παραμύθι μάζεψαν μια μέρα δυο αλλαξιές ρούχα και κίνησαν για τη μεγάλη πόλη, να πάνε επίσκεψη στους συγγενείς τους που έμεναν εκεί. Οι ποντικοί της πόλης ζουν στους υπονόμους που καταλήγουν στη θάλασσα, εκεί ξερνάνε τις βρωμιές των ανθρώπων αυτά τα τεράστια σκουλήκια. Τα σκουλήκια ροκανίζουν το χρόνο αθόρυβα – σε λίγο θα φτάσουμε στην άκρη του καιρού. Χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι καλά-καλά.

***
ο πίνακας είναι του Ernst Ludwig Kirchner

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Ο χάρτης του βασιλιά


Μια φορά ζούσε σε μια πολιτεία ένας άνθρωπος που έφτιαχνε χάρτες, αυτή ήταν η δουλειά του: έφτιαχνε χάρτες του κόσμου γιατί οι άνθρωποι ήθελαν να ξέρουν πώς είναι ο κόσμος που ζουν και οι χάρτες είναι μια κάποια αποτύπωση του κόσμου. Κι επειδή ήταν πολύ καλός στη δουλειά του κι ευσυνείδητος χαρτογράφος, οι χάρτες του άλλαζαν μορφή, θέμα, προσανατολισμό και σχήμα για κάθε άνθρωπο που τους κοιτούσε. Άλλοι έφευγαν από το μαγαζί του κρατώντας έναν καθρέφτη (αφού ο κόσμος γι’ αυτούς ήταν μονάχα ο εαυτός τους), άλλοι με τις ηπείρους στην καθορισμένη θέση - πάνω το βόρειο ημισφαίριο, κάτω το νότιο – (γιατί γι’ αυτούς ο κόσμος έχει μια αδιαμφισβήτητη στιβαρότητα), άλλοι με τον κόσμο ανάποδα (γιατί γι’ αυτούς δεν υπάρχει «ίσιος» κόσμος) κι άλλοι που δεν αναγνωρίζουν τον κόσμο που ζουν, έφευγαν με μια υδρόγειο σφαίρα με παράξενες, φανταστικές ηπείρους, κόκκινες θάλασσες και μυθικά τέρατα.

Μια μέρα ο βασιλιάς της πολιτείας κάλεσε στο παλάτι του το χαρτογράφο, και του είπε πως η φήμη του είναι μεγάλη και πως δεν είναι δυνατόν αυτός να μην έχει ένα χάρτη ιδιαίτερο, μοναδικό, άξιο του αξιώματός του, φτιαγμένο από τα χέρια του υπηκόου του και πως περιμένει από εκείνον να του φτιάξει ένα σπουδαίο χάρτη του βασιλείου του. Του έδωσε μάλιστα γι’ αυτόν σακιά χρυσά νομίσματα και πολύτιμους λίθους κι ένα μεγάλο κόκκινο ρουμπίνι.


Οι άνθρωποι της πολιτείας είδαν το χαρτογράφο να βγαίνει προβληματισμένος από το παλάτι και να μονολογεί πώς αυτός ο χάρτης θα ήταν ο πιο διαφορετικός από όλους τους άλλους. Την επόμενη μέρα έκλεισε το μαγαζί του, όσοι περνούσαν απέξω παραξενεύτηκαν βλέποντάς το χωρίς ζωή και κίνηση κι ανάσα καμιά. Τα χρόνια πέρασαν, κανείς δεν ξανάδε το χαρτογράφο, το σπίτι του ρήμαξε, το γκρέμισε η βροχή κι ο χειμώνας και οι άνθρωποι ξέχασαν, κι ο βασιλιάς θύμωσε που σκόρπισε τόσο πλούτο άσκοπα. Ύστερα ήρθαν νέοι χαρτογράφοι στην πόλη, οι χάρτες τους ήταν ολόιδιοι για κάθε άνθρωπο. Ο κόσμος πήρε τη μόνιμη θέση του πια στους χάρτες χωρίς να πάψει ωστόσο ποτέ να αλλάζει. Αυτός ο κόσμος ήταν πια ο χάρτης του βασιλιά.

***
ο πίνακας είναι του Μιχάλη Μανουσάκη

Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

Το παραμύθι του θεού



Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας πρίγκηπας που ζούσε φυλακισμένος σε έναν πύργο ψηλό. Οι φωνές των ανθρώπων και τα βλέμματα που ανταλλάσσουν στον πόθο και τον πόνο τους δεν έφταναν εκεί πάνω, και με τα χρόνια όλοι λησμόνησαν την παρουσία του - γιατί όποιον δεν ποθείς κι όποιον δεν σκοτώνεις, σαν νεκρό τον αφήνεις πίσω σου και συνεχίζεις. Στη γαλάζια μοναξιά του ο πρίγκηπας έμαθε με τον καιρό να μιλά τη γλώσσα των πουλιών. Όταν η ψυχή του τον βάραινε, τιτίβιζε, κι οι φτερωτοί του φίλοι ακουμπούσαν στο παράθυρό του και του 'λεγαν τα νέα της πολιτείας: πολέμους, γάμους, θησαυρούς, έρωτες, γεννήσεις και θανάτους. Κι εκείνος τους χάριζε ρώγες σταφύλι και τους αποχαιρετούσε. Κι ύστερα καθόταν σκυφτός σε ένα ξύλινο τραπέζι γεμάτο χαρτιά κι έφτιαχνε ιστορίες και παραμύθια με όσα του είχαν πει. Κι όταν τελείωνε, τσαλάκωνε και πετούσε τα χαρτιά από το παράθυρο κι εκείνα πριν πέσουν στη γη γίνονταν πουλιά που φτερούγιζαν πάνω από την πολιτεία και κρυφάκουγαν τα πάθη των ανθρώπων.

***
Ο πίνακας είναι του Stanislaw Eleszkiewicz.

Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017

Το παραμύθι της κανονικής μέρας


Ζούσε μια φορά ένας μαθητής. Ξύπνησε μια μέρα όπως όλες τις άλλες, έφαγε ένα κανονικό πρωινό λογοφέρνοντας με τη μικρή του αδερφή για τη θέση στο τραπέζι, φίλησε τη μητέρα του, χτένισε τη χωρίστρα του κοιτάζοντας διερευνητικά το είδωλό του στον καθρέπτη του μπάνιου, έβαλε την τσάντα του στον ώμο – σίγουρα κάποιο τετράδιο είχε ξεχάσει να πάρει μαζί του πάλι. Κι έφυγε για το σχολείο του. Τη δεύτερη ώρα, των μαθηματικών, έγραψε στον πίνακα της τάξης:
"1 + 1 = πεταλούδα." 

(Η ζωή είναι τόσο παράξενη!)

***
Το χαρακτικό είναι του Francisco Amighetti 

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Το παραμύθι του πουλιού της νύχτας


Κάποτε ήταν ένα πουλί διαφορετικό από τα άλλα. Εκείνα έπαιζαν, έτρωγαν και τραγουδούσαν τη μέρα και όταν ο ήλιος έσβηνε το φως του, κούρνιαζαν όλα μαζί στις φυλλωσιές των δέντρων. Αυτό στεκόταν μόνο του τις νύχτες στους στύλους του ρεύματος και στα παλούκια του φράχτη και τραγουδούσε το λυπημένο τραγούδι του. Όμως δεν το άκουγε κανείς, όλοι κοιμόνταν - όταν δεν ακούει κανείς το τραγούδι σου η νύχτα μεγαλώνει. Μια φορά το πουλί της νύχτας βρήκε σε ένα δρόμο ένα παιδί , ο πόλεμος ήταν το στρώμα του και η πείνα το μαξιλάρι του. Στάθηκε πλάι του και την κατάλληλη στιγμή τρύπωσε στα ταραγμένα όνειρά του. Με τον καιρό το έμαθε να πετά. Και τώρα πια τα βράδια έχει παρέα.

***
ο πίνακας είναι του Christian Rohlfs

Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

Το παραμύθι του κήπου


Κάποτε ήταν ένας κήπος λίγο έξω από τη μικρή μας πόλη. Ανάμεσα σε ελιές και πορτοκαλιές και μια μεγάλη καρυδιά που μάζευε μέσα της τα πουλιά, μάθαινε τα μυστικά τους κι ύστερα τα άφηνε να φύγουν. Παιδιά έπαιζαν μέσα σε αυτόν τον κήπο, έφτιαχναν τούρτες από λάσπη και τις στόλιζαν με μικρά αγριολούλουδα και οργάνωναν μεγαλοπρεπείς τελετές κηδεύοντας πουλιά και ζουζούνια. Τα χρόνια πέρασαν και τα παιδιά μεγάλωσαν και η πόλη μεγάλωσε και περικύκλωσε τον κήπο, τον αγκάλιασε, τον έσφιξε δυνατά πάνω της, όχι από αγάπη – οι πόλεις δεν αγκαλιάζουν από αγάπη. Τα πουλιά δεν ήρθαν πάλι και η καρυδιά ξεράθηκε. Κανείς δεν έμαθε ποτέ τα μυστικά των πουλιών.

***
ο πίνακας είναι του Christian Rohlfs

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Το παραμύθι της αθανασίας


Μια φορά ήταν ένας συγγραφέας που πέθανε. Λένε πως συνήθως οι άνθρωποι είναι θνητοί, αλλά τα έργα τους αθάνατα. Αμέσως μετά το θάνατό του, άρχισαν τα βιβλία του ένα-ένα να χάνουν μυστηριωδώς το περιεχόμενό τους, έφευγαν οι λέξεις - σύντομα ούτε ο τίτλος δεν υπήρχε στη σελίδα τους. Μόνο οι σημειώσεις των αναγνωστών, κάποιο σχόλιο, η υπογράμμιση μιας αόρατης πια φράσης έδειχναν πως κάποτε αυτές οι άδειες σελίδες κατοικούνταν από άυλες μορφές και τρομερές ιστορίες.

Τα χρόνια πέρασαν, αλλά οι άνθρωποι δεν ξέχασαν, κι επιδείκνυαν πάντοτε τα άδεια βιβλία (που με τον καιρό είχαν αποκτήσει μεγάλη αξία) στους σύγχρονούς τους, λέγοντας πως η αθανασία κατοικεί στο αόρατο.

***
το χαρακτικό είναι του Christian Rohlfs

Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

Το παραμύθι του τέρατος


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα φοβερό κακό τέρας. Οι άνθρωποι το φοβόνταν γιατί τους έτρωγε και κατέστρεφε τις σοδειές και τις περιουσίες τους και καμιά φορά ερχόταν στα όνειρά τους, έβγαινε αγριεμένο μέσα από λίμνες σε ρομαντικές βαρκάδες, ή ξεπηδούσε από παιδικά κουτια ή έσβηνε το βλέμμα ενός αγαπημένου, όπως το κάρβουνο που κρυώνει πεθαίνοντας και γίνεται στάχτη. Το κακό τέρας κανείς δεν το αγαπούσε. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να διαφωνήσει αν η κακία του το έκανε μισητό ή αν το μίσος των ανθρώπων για τα τέρατα το έκανε κακό.

Ώσπου μια μέρα αγάπησε το τέρας ένας παραμυθάς. Η καρδιά του φλογιζόταν στη θέα του, τα μάτια του λίμνες γεμάτες νερό το κοιτούσαν με πόθο. Κι όταν ακόμη δεν το έβλεπε, τόσο πολύ το ποθούσε που το έβαζε στα παραμύθια του να υπάρχει. Μια μέρα το τέρας συνάντησε τον παραμυθά. Και τον έφαγε. Γιατί το τέρας είναι κακό.

Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

Το παραμύθι του Νάρκισσου


Μια φορά ήταν ένας άνθρωπος που όταν έβγαινε δεν πήγαινε πολύ μακριά. Περπατούσε γύρω-γύρω από τον εαυτό του και σε κοντινή απόσταση, ώστε αν συμβεί κάτι επικίνδυνο να προλάβει να μπει μέσα του να κρυφτεί. Μια μέρα, εκεί που περπατούσε, δίψασε κι έσκυψε σε ένα ποταμάκι να πιει νερό κι είδε να καθρεφτίζεται στην επιφάνεια ένας κακός λύκος με κοφτερά δόντια και κόκκινα μάτια που αμέσως τον άρπαξε και τον έφαγε.


Από τότε δεν ξαναβγήκε από μέσα του.

***
ο πίνακας είναι του Markus Lüpertz

Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Το παραμύθι του δράκου


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παιδί που πέθανε πριν γεράσει. Το μόνο που πρόλαβε να κάνει στη ζωή του είναι οι απίστευτα πολλές ώρες του παιχνιδιού με μικρούς στρατιώτες που περισσότερο πολεμούσαν για το δίκιο, παρά ερωτεύονταν. Έφτιαξε κάστρα πιο μικρά από το μπόι του και τα αυτοκίνητα που κινούσε με το χέρι του τα πήγε ταξίδια μέχρι την κουζίνα στο τέλος του διαδρόμου. Κι ύστερα κοιμήθηκε και ονειρεύτηκε δράκους και ξύπνησε φοβισμένος και οι δράκοι τον έκαψαν με τη φωτιά που βγήκε από τα σωθικά τους. Και η ζωή τελείωσε εκεί.


Όλοι οι άλλοι γύρω του που έζησαν πολλά χρόνια (κάποιοι κάποια στιγμή βαρέθηκαν ακόμη και τη ζωή τους) είχαν ένα θάνατο λίγο-πολύ κοινό και διόλου σπουδαίο. Κανείς από αυτούς δεν θα μπορούσε να πει πως τους σκότωσε ένας δράκος που βγήκε από το όνειρό τους.

***
ο πίνακας είναι του Max Beckmann

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Καλοκαιρινό παραμύθι


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δυο νέοι, ήταν μεσημέρι του καλοκαιριού, οι γρίλιες από το κλεισμένο παντζούρι τεμάχιζαν σε λωρίδες τα γυμνά τους σώματα που ιδρωκοπούσαν πεταμένα σε ένα φουρτουνιασμένο κρεβάτι μπλεγμένα χέρια, μηροί, πρόσωπα σαν σε πεδίο μάχης έγειρε τον φίλησε κι αποκοιμήθηκε.

Κι αν δεν υπήρξε παρά μόνο μία τελεία σε αυτό το κείμενο είναι γιατί η ζωή μόνο μια τελεία αναγνωρίζει.

***
ο πίνακας είναι του Max Beckmann

Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

Το παραμύθι με τις κότες


Μια φορά ήταν ένα κοτέτσι. Που είχε κότες. Οι κότες ζούσαν ευτυχισμένες εκεί, κρυμμένες από τη σαρκοβόρα δίψα των αλεπούδων και των λύκων. Οι άνθρωποι τις έτρεφαν καθημερινά με σπόρια καλαμποκιού, τις πάχαιναν και τις περιποιούνταν. Η κυρά Βούλα κάθε πρωί και απόγευμα, λίγο πριν κοιμηθούν, τους έβαζε νερό σε ένα μεγάλο δοχείο. Το καλοκαίρι τις δρόσιζε και το μεσημεράκι – ειδικά τις πολύ ζεστές μέρες. Το βράδυ τις κλείδωνε σε ένα σπιτάκι – για να τις προστατέψει βέβαια. Αν υπήρχε κάτι στενάχωρο στη ζωή τους ήταν που ολοένα κάποιο χέρι τους αφαιρούσε τα αυγά από τη φωλιά, αφήνοντας όμως πάντα ένα, που με τον καιρό κατάλαβαν πως δεν ήταν αληθινό. Αλλά ακόμη κι αυτό το προσφόλι τους ήταν αρκετό – μπορούσαν να υποκρίνονται πως αγνοούν τη φύση του. Με τον καιρό ξέχασαν το ρόλο του – και η μεγαλύτερη παραφωνία συνηθίζεται, αν θέλεις. Απολάμβαναν τις ορμές του κόκορα χωρίς τις αντίστοιχες υποχρεώσεις να ζεσταίνουν τον καρπό του και να φροντίζουν τα μικρά του. Ζούσαν μια ευτυχισμένη, μετρημένη ζωή.


Μια μέρα μπήκε στο κοτέτσι η κυρά Βούλα με ένα μαχαίρι και έσφαξε τις κότες. Όλες φορέσαν ένα κόκκινο φόρεμα και γδύθηκαν τα πλουμιστά φτερά τους. Το μαχαίρι είναι το τίμημα των προστατευμένων.

***
ο πίνακας είναι του Michelangelo Merisi da Caravaggio

Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Το παραμύθι του σπιτιού από λέξεις


Μια φορά κι έναν καιρό ένας ποιητής έφτιαξε ένα σπίτι με λέξεις, που είχε μαζέψει χρόνια ολόκληρα αλητεύοντας στα πάθη των ανθρώπων και στους εφιάλτες τους. Οι λέξεις είναι το μόνο οικοδομικό υλικό που αναγνωρίζουν οι ποιητές. Ήθελε να έχει μια σκεπή όταν βρέχει, κι ένα κρεβάτι να κοιμηθεί όταν η νύχτα έσβηνε της μέρας τα έργα. Ήθελε κι αυτός ένα σπίτι, όπως όλοι οι άνθρωποι. Για να κρύβεται. Το σπίτι είχε πόρτες και παράθυρα, κουρτίνες, ντουζιέρες, ντουλάπες, τραπέζι και ψυγείο από λέξεις φτιαγμένα. Ακόμη και το κουτάλι που χρησιμοποιούσε στη σούπα του ήταν μια φράση που γέμιζε από λέξεις, τις οδηγούσε στο στόμα του κι εκείνος τις κατάπινε. Όταν όλα τελειώσαν, στο σπίτι του έμεινε έγκλειστος πια για χρόνια. Κανείς δεν έμαθε ποτέ γι' αυτόν, ούτε διάβασε κάποιο καινούριο ποίημά του. Γιατί το σπίτι είναι ο τάφος του ποιητή - το ταξίδι του στις λέξεις τελειώνει. Κι έζησε αυτός καλά κι εμείς καλύτερα!

Ο θάνατος είναι ένα μπουκάλι που γέμισε, ένας ποιητής που δεν μαζεύει λέξεις, ένας έφηβος που σταμάτησε να παίζει.

***
ο πίνακας είναι του Γιώργου Ρόρρη

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Γκραβούρες σε παιδικά βιβλία


Είναι η 82η έκδοση ενός γαλλικού βιβλίου, εκδόθηκε το 1922 από τον Armand Colin. Μια Ελληνίδα μαθήτρια το χρησιμοποίησε για να ασκηθεί στη γλώσσα, μελετώντας μικρά αφηγηματικά κείμενα. Θα καταλάβαινες τη χρήση και από τις μουντζούρες που έχει κάνει στις τελευταίες σελίδες - δεν έχεις δει βιβλίο με εκπαιδευτική χρήση των τελευταίων 2 αιώνων που να μην έχει βανδαλιστεί κάπως (ή έστω "εμπλουτιστεί αισθητικά") από τους μαθητές που το χρησιμοποίησαν... 

Το βιβλίο είναι του Γάλλου φιλόσοφου και ποιητή Ζαν Μαρί Γκυγιώ (Jean-Marie Guyau), ο τίτλος του είναι "L'annee preparatoire de lecture courante". Πρόκειται για ένα εγχειρίδιο που με εντολή του γαλλικού Υπουργείου Παιδείας διανεμήθηκε σε όλες τις σχολικές βιβλιοθήκες της εποχής και σε κάποια γαλλικά σχολεία χρησιμοποιήθηκε ως σχολικό. Ο Γκυγιώ θεωρείται από τους προδρόμους της κοινωνιολογίας της τέχνης και από κάποιους αποκαλείται "ο Νίτσε της Γαλλίας". 

Δεν είναι όλα αυτά τα στοιχεία ο λόγος ή ο στόχος αυτού του κειμένου. Είναι η εικονογράφηση του βιβλίου: 300 μικρές γκραβούρες (5x3 cm κατά μέσο όρο ή και μικρότερες) στις 214 σελίδες του! Μια πανδαισία εικόνων για ένα "σχολικό" βιβλίο των τελών του 19ου αιώνα (πρωτοεκδόθηκε το 1875). Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μικρή σχέση με τις γκραβούρες στα βιβλία, είναι λίγα αυτά που διαβάσαμε και τις περιείχαν. Ίσως μόνο αυτά του Ιουλίου Βερν, οι Έλληνες εκδότες ακόμη περιέχουν τις αρχικές γκραβούρες στις επανεκδόσεις που κάνουν. Σε κάποιες περιπτώσεις και κάποιοι κλασσικοί, κάποιος Ουγκώ, Ζολά ή Μπαλζάκ. Δεν είναι μόνο η αισθητική φροντίδα ενός βιβλίου, αντιλαμβάνεσαι πως για τα παιδιά της εποχής η εικόνα ήταν ένα πολύτιμο και σπάνιο παράθυρο στον κόσμο, μια πανίσχυρη ώθηση στη φαντασία, μια καλλιτεχνική προπαίδεια (ίσως και η μόνη). Φαντάζεσαι τη σπουδή και τον κόπο του χαράκτη (στη συγκεκριμένη έκδοση δεν ήταν μονάχα ένας), δεν είναι λίγες 300 εικόνες, όσο απλές και "λαϊκές " και αν είναι. Αντιλαμβάνεσαι με τον πιο απτό τρόπο δευτερεύοντα στοιχεία της εποχής: τα ρούχα, τις συνήθειες, την αρχιτεκτονική, τον τρόπο ζωής, την κοινωνική συμπεριφορά. Μαζί με όλα αυτά, αυτό που θαυμάζεις είναι η ομορφιά των λιτών μέσων, η δύναμη μέσα στην οικονομία, το μέγα μέσα στο μικρό. Γιατί πρωταρχικά αυτό είναι η χαρακτική.













Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Το παραμύθι του ζωγράφου


Μια φορά ζούσε ένας άνθρωπος που ζωγράφιζε ηλιοβασιλέματα σε λευκούς μουσαμάδες. Ανέβαινε στην ταράτσα της πολυκατοικίας που έμενε, έστρεφε το βλέμμα του στη δύση κι έκλεβε χρώματα από τη μέρα που αργοπέθαινε, «για να τα σώσει» έλεγε. Κι εκεί ανάμεσα στα τσιμεντένια κουφάρια της μεγάλης πόλης μια μέρα τον συνάντησε ο θάνατος – μια δύση έμεινε ανολοκλήρωτη στο μουσαμά του.

Το ίδιο εκείνο απόγευμα ο ήλιος έσκυψε πάλι στην άκρη του ορίζοντα. Τα σύννεφα μάτωσαν και τα πουλιά σιωπήσαν. Λίγο μετά η νύχτα είχε κλέψει όλα τα χρώματα του ουρανού. 

***
ο πίνακας είναι του Wifredo Lam

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Το παραμύθι των ακοίμητων παραμυθάδων


Μια φορά κι έναν καιρό η μέρα δεν ξημέρωσε στη χώρα των παραμυθιών. Ο βασιλιάς δεν ξύπνησε στο παλάτι του ψηλά στο λόφο, αλλά και η αγορά έμεινε κλειστή, οι αγρότες δεν βγήκαν στα χωράφια τους και τα παιδιά δεν πήγαν στα σχολειά τους. Όλοι κοιμόνταν μέχρι να ξημερώσει, μέχρι οι ηλιαχτίδες να χαϊδέψουν πρόσωπα, μηρούς και ξέσκεπα στήθη, μέχρι τα κοκόρια να σημάνουν εγερτήριο. Μόνος που ήταν ξύπνιος, σκυφτός πάνω σε ένα σωρό πυκνογραμμένων χαρτιών όλη τη νύχτα, ήταν ο παραμυθάς του βασιλείου. Γιατί οι παραμυθάδες είναι οι απογραφείς των ονείρων. Κι αγρυπνούν όταν οι άνθρωποι ονειρεύονται.

Όταν ξημέρωσε, ο παραμυθάς έγειρε πάνω στα χαρτιά του κι αποκοιμήθηκε κουρασμένος. Οι υπόλοιποι άνθρωποι σηκώθηκαν από τα κρεβάτια τους, χαρούμενοι βγήκαν στους δρόμους και στις πλατείες, έσκαψαν τα χωράφια τους, παίξανε στα σχολειά και συσκέφθηκαν στα παλάτια τους. Γιατί η ζωή είναι το όνειρο που βλέπουν οι παραμυθάδες όταν κοιμούνται. Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

***
ο πίνακας είναι του Robert Dickerson

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Το παραμύθι της καθαρίστριας


Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μια μικροκαμωμένη γυναίκα που καθάριζε τις βρωμιές των ανθρώπων. Όλη της τη ζωή κυκλοφορούσε ανάμεσά τους και εξαφάνιζε ό,τι αφήναν πίσω τους, ό,τι δεν χρειάζονταν πια και ό,τι δεν ήθελαν να θυμούνται. Γι΄αυτό και οι άνθρωποι δεν την έβλεπαν, οι περισσότεροι στην εφημερίδα που δούλευε ούτε το όνομά της δεν ήξεραν.

Μια μέρα την ειδοποίησαν πως ο άντρας της πέθανε ανοιχτά της Σομαλίας, ήταν μεγάλος σε ηλικία, μετρούσε λίγα ένσημα για να βγει στη σύνταξη. Όμως δεν πρόλαβε. "Μαζί στη ζωή, μαζί και στο θάνατο" είπε η γυναίκα, και σαν κραυγή που σβήνει και πνίγεται στη σιωπή των ανθρώπων, έπεσε στη θάλασσα.

Στην εφημερίδα την άλλη μέρα έγραψαν: "πτώμα γυναίκας, αγνώστων λοιπών στοιχείων, εντοπίστηκε τις πρωινές ώρες ανοιχτά του Αλίμου...". Και ζήσαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα και μια άλλη γυναίκα καθαρίζει τώρα τις βρωμιές των ανθρώπων. Να μην ήταν αλήθεια τα παραμύθια...

***
Το χαρακτικό είναι του Karl Schmidt-Rottluff

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Το παραμύθι της Οδού Αιόλου


Μια φορά ήταν ένας άντρας στην άκρη του δρόμου κι έπαιζε μουσική με την κιθάρα του. Και από μπροστά του περνούσε ένα κορίτσι. Φορούσε ένα κοντό αέρινο φουστάνι και τα πόδια του κυλούσαν σαν το νερό στο ρυάκι. Και καθόταν σε ένα παγκάκι πιο πέρα μια γριά, ιδρωμένη και κατάκοπη. Στα χέρια της κρατούσε δυο πλαστικές τσάντες και είχε σταθεί να πάρει μια ανάσα. Παρακολουθούσε το μουσικό, αλλά περισσότερο νομίζω πως πρόσεχε την αυθάδικη ομορφιά του. Πιο δίπλα μια γριά αδερφή πουλούσε ξεσκονιστήρια και φτερά – αν ήθελες, θα μπορούσες να δεις πως στα αλήθεια δεν πουλούσε ξεσκονιστήρια, αλλά τα απομεινάρια από εκπεσόντες αγγέλους. Και ύστερα προχώρησα κι εγώ και χάθηκα στη βουή του κόσμου και της ανοιξιάτικης μέρας.


Κάποια παραμύθια αρχίζουν και τελειώνουν μπροστά σου, στο δρόμο.

***
Ο πίνακας είναι της Valerie Vescovi

Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Το παραμύθι των ανήσυχων παραμυθιών


Τα παραμύθια πάντα ήταν σίγουρα για τον εαυτό τους – όλα ξεκινούσαν περίπου από το ίδιο σημείο, όμως το πιο σημαντικό είναι πως έφταναν στο ίδιο τέλος: που ζούσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα και όλοι μένουν ευχαριστημένοι. Όμως η ζωή δεν είναι παραμύθι. Αυτό δεν είναι το θέμα μας.

Μια φορά κι έναν καιρό λοιπόν τα παραμύθια τα έπιασε μεγάλη ανησυχία. Οι δράκοι και οι βασιλοπούλες αντάλλασσαν πληροφορίες όλο αγωνία, οι μάγισσες δάγκωναν αμήχανα τα δηλητηριασμένα μήλα τους, κατσικάκια, λύκοι, προβατάκια, γουρουνάκια αλεπούδες, λιοντάρια, ποντικάκια και γαϊδούρια στριμώχνονταν όλα μαζί από φόβο σε αχυρώνες και στάβλους, η Κοκκινοσκουφίτσα αλάλαζε αλλοπαρμένη στους δρόμους, συναντούσε τη Σταχτοπούτα που κουτσαίνοντας και αναμαλλιασμένη ρωτούσε τους περαστικούς αν άκουσαν κανένα νέο, η Χιονάτη λιποθύμησε και τα βασιλόπουλα, αχ τα βασιλόπουλα διόλου θαρραλέα παλικάρια, κρυφτήκαν σε μπαούλα και ντουλάπες κρατώντας για μέρες την ανάσα τους. Όλη αυτή η αναστάτωση είχε τις επιπτώσεις της κι έξω από τα παραμύθια, οι γιαγιάδες έστεκαν αμίλητες μπροστά στα τζάκια, ο κύκλος εργασιών και τα έσοδα των εκδοτών έπεσαν κάθετα, βιβλιοπωλεία έκλεισαν και οι συγγραφείς αλλάξανε δουλειές: άλλοι γίναν οικοδόμοι, άλλοι μαραγκοί και άλλοι σκουπιδιάρηδες. Τα πράγματα κινδύνευαν να εκτροχιαστούν αναπάντεχα και μόνιμα.

Μέχρι που κάποιος έζησε καλά και εμείς καλύτερα και τα πράγματα πήραν να διορθώνονται και οι γριές αρχίσαν να μιλάνε και η Χιονάτη βρήκε το γοβάκι της Σταχτοπούτας και τα βασιλόπουλα βγήκαν από τις ντουλάπες και οι συγγραφείς ξανάρχισαν να γράφουν και ανέβηκε ο τζίρος των εκδοτών. Ο πληθυσμός των παραμυθιών είναι συντηρητικοί νοικοκυραίοι και η ζωή τους είναι βαρετή παρόλη την περιπέτεια στην οποία μπαίνουν. Έχουν εξασφαλισμένη αρχή και σίγουρο τέλος.

***
η λεπτομέρεια είναι από πίνακα του Van der Weyden

Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

Δρόμοι αόρατοι


δρόμοι αόρατοι δρόμοι και άγνωστοι προορισμοί άσκοπες περιπλανήσεις ένας κόσμος σε κίνηση μια μέρα στάθηκες στο κέντρο της πόλης όπως διαδηλώνουν τα δέντρα και τα λουλούδια μόνο ο άνεμος σε έσπρωχνε στις δικές του εμμονές το μόνο χάδι που θα συνέκρινες ποτέ με αυτό της μάνας σου όταν μικρός που ήσουν μια φορά κι έναν καιρό σε σκέπαζε κάτι μέρες φωτεινές που η ζωή έξω βούιζε κι εσύ βυθιζόσουν στου ύπνου τον κόσμο τον παράξενο τίποτε-τίποτε άλλο παρά οι λέξεις που ο άνεμος σου ψιθυρίζει στο αυτί αφήνει στα χείλη σου οι λέξεις του ανέμου που αγκαλιάζουν το κορμί σου ομολογώντας τον έρωτα η ζωή είναι να σταθείς να τη δεις να φεύγει να πηγαίνει άγνωστο πού οι διαδρομές είναι φίδια το δηλητήριό τους είναι ο χρόνος αν σε δαγκώσουν θα γεράσεις στάσου στάσου στάσου άκου του κόσμου την αγωνία

μια γύφτισσα ζητάει ένα τσιγάρο στους περαστικούς "να σου πω ένα καλό" τους λέει και τους δίνει αυτό το ποίημα

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Μια μέρα θα πάρω


Μια μέρα,
θα πάρω το ποδήλατό μου και θα φύγω
- όχι γιατί θέλω να φτάσω κάπου μακριά
ή από κάπου να ξεφύγω.

Αλλά γιατί θα ισορροπώ πλέον μόνο στις δυο του ρόδες.
Και πουθενά αλλού.

Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Το παραμύθι του μικρού λουλουδιού που φύτρωσε δίπλα στον άντρα που είχε ξεραθεί


Μια φορά ήταν ένας άντρας που είχε ξεραθεί. Ούτε ένα φύλλο δεν ξεμύτιζε απ’ το σώμα ή τα λόγια του, ούτε μια υπόσχεση άνθησης ή καρποφορίας δεν πλημμύριζε την ψυχή του. Έστεκε εκεί με τα τσακισμένα και γυμνά κλαδιά του, περήφανο μνημείο της κακής του τύχης και της αδικίας της κοινωνίας. Ώσπου μια μέρα εμφανίστηκε κάπως αναπάντεχα δίπλα του ένα μικρό λουλούδι. Γρήγορα-γρήγορα ντύθηκε δυο-τρία πράσινα φυλλαράκια και στόλισε το κεφαλάκι του με ένα κατακόκκινο μπουμπούκι. Κι ο κόσμος που περνούσε από ‘κει, δεν απέστρεφε πια το βλέμμα του και θαύμαζε το λουλουδάκι. Τότε ο άντρας που είχε ξεραθεί θύμωσε. Και η απέχθεια είναι μια σχέση, όμως τώρα κανείς δεν τον απέφευγε, δεν του 'διναν καμία σημασία, όλοι κοιτούσαν δίπλα του. Και χαμογελούσαν.


Και τότε σήκωσε το πόδι του και έλιωσε το λουλούδι. Και ζήσαμε εμείς καλά.

***
ο πίνακας είναι του Michael Hafftka

Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Ερμού


Ήταν ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, σουρούπωνε. Οι νεραντζιές σκορπούσαν το ανθισμένο άρωμά τους στους περαστικούς, χίπστερ, νοικοκυραίους, εφήβους, ντόπιους και τουρίστες. Στον πεζόδρομο ξαπλωμένη η πραμάτεια των ρακοσυλλεκτών, πεσμένη σε πεδίο μάχης, ξεκοιλιασμένη, χρησιμοποιημένη, σαν τα φλούδια που φτύνεις των ξηρών καρπών ή σαν τους νεκρούς ήρωες μιας πατρίδας. Σπασμένα τηλέφωνα, τοστιέρες, φορεμένα παπούτσια, τσίτια, τσαλακωμένες τράπουλες, τραυματισμένα μπιμπελό.

Ήταν ένας άντρας, λερός, γύρω στα 60, είχε ένα ραδιοφωνάκι ανοιχτό, το πουλούσε κι αυτό. Την ώρα που περνούσα έπαιζε ένα τραγούδι του Καζαντζίδη, αργό, βαρύ, βασανισμένο. Γύρισε απότομα, έγειρε μπροστά σαν τα δέντρα που λυγάνε στον άνεμο, σήκωσε αργά τα χέρια, σαν να πετά και χόρεψε. Κι ήταν ο χορός του ακροβασία, παιχνίδι θανάτου. Σιωπηλός, μοναχικός σαν τη νύχτα που μάτωνε τον ορίζοντα στο βάθος. Σαν την ανάσα που σβήνει.


Πώς να χωρέσει σε ένα παραμύθι;

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Το παραμύθι της Σπύραινας


Στην «Ηρώων» έμεναν κάποτε η Κούλα και τα τρία της παιδιά και δίπλα τους η Σπύραινα με την κόρη της. Η Σπύραινα δεν ήταν εύκολος άνθρωπος, συχνά έδερνε την κόρη της και της φώναζε (όλη η γειτονιά τις άκουγε), ήταν γκρινιάρα και μίζερη. Ανέβαινε τις σκάλες της Κούλας για να πιει καφέ και μουρμούραγε πάντα για την κούραση και τους πόνους της και τα πολλά σκαλοπάτια. Μια μέρα η Κούλα αποφάσισε να της κάνει ένα χουνέρι: έφτιαξε από σύρμα (αυτό που έτριβαν τα παλιά χρόνια τις αλουμινένιες κατσαρόλες για να καθαρίσουν) ένα ποντίκι. Του έβαλε αυτιά και ουρά. Και το έδεσε με μια κλωστή απ’ το χέρι της. Όταν γύρισε από την κουζίνα στο καθιστικό με τους καφέδες, είδε η Σπύραινα το ποντίκι κι άρχισε να φωνάζει «ποντίκι Μωρή Κούλα, αρουραίος» και έφυγε τρέχοντας η κουτσή και κατέβηκε τρία-τρία τα σκαλοπάτια και πίσω της την κηνυγούσε η Κούλα φωνάζοντας «ψεύτικο είναι το ποντίκι Σπύραινα», αλλά εκείνη δεν άκουγε κι αλάλαζε ως την επάνω γειτονιά (στο σπίτι του Λούστρου έφτασε) κι ακόμη θα έτρεχε – αν δεν είχε εν τω μεταξύ πεθάνει.


Θα μου πεις: αυτό δεν είναι παραμύθι, μια ιστορία είναι, μια αφήγηση. Και θα σου πω: πού ξέρεις αν δεν είναι της φαντασίας μου η ιστορία; Η ακόμη καλύτερα, είσαι σίγουρος πως δεν υπήρξε κάποτε η κοκκινοσκουφίτσα, ο δράκος και τα 7 κατσικάκια; Για να τελειώνουμε: θα κάνουμε αυτή την ιστορία παραμύθι, θα πούμε πως μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στην «Ηρώων» η Κούλα και τα τρία της παιδιά και πως ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Καλύτερα ζουν στα παραμύθια οι άνθρωποι…

***
Το χαρακτικό είναι του Hermann Max Pechstein

Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Το παραμύθι του άντρα που αγαπούσε τη φωτιά


Ήταν ένας άντρας που αγαπούσε τη φωτιά. Από μικρός τάιζε μικρές φωτίτσες – δεν άντεχε να τις βλέπει να τρεμοσβήνουν, φρόντιζε τις φωτιές όπως η μάνα φροντίζει τα παιδιά της, την προστάτευε όπως ο εραστής την αγαπημένη του. Ίσως να μην αγάπησε ποτέ κανέναν άλλο από τις φωτιές, και μάλλον δεν αγαπήθηκε και από κανέναν άνθρωπο. Μπορούσες να τον δεις με τις ώρες να κοιτάζει τις φλόγες, όπως τα παιδιά κοιτάζουν αυτούς που τους λένε παραμύθια.

Μια μέρα ο άντρας βοήθησε τις φλόγες να αγκαλιάσουν το σπίτι που μεγάλωσε κι ήταν τόση η χαρά του, που λίγο καιρό μετά τις τάισε και με άλλα σπίτια, όλη την πόλη του και τα δάση γύρω της. Μια μέρα που δεν υπήρχε τίποτε άλλο να καεί, της δόθηκε ο ίδιος ολοκληρωτικά, όπως δίνεται κανείς στου έρωτα τον πόλεμο. Και καίγεται.

***
ο πίνακας είναι του Richard Smith

Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

Το παραμύθι της γυναίκας στο τραίνο


Μία γυναίκα ταξίδευε κάποτε με ένα τραίνο. Καθόμουν απέναντί της. Κάποια στιγμή κοίταξε το παράθυρο στο πλάι και άρχισε να αδειάζει από μέσα της, θα έλεγες πως οι σκέψεις της βρήκαν ένα σημείο διαφυγής, που είναι αδύνατο να το εντοπίσεις εσύ, έτσι γρήγορα που εναλλάσσονται οι εικόνες σε ένα τραίνο που φεύγει ή έρχεται, αλλά τι θα πει ερχομός, αφού κάθε επιστροφή είναι και ένας αποχωρισμός. Αφού άδειασε από σκέψεις, οι σκέψεις είναι το άυλο σώμα μας, άρχισε να αποσυντίθεται και το σώμα της. Στο τέλος είχαν μείνει μόνο τα μάτια της.


Κοιτώντας τα μάτια της μέσα απ’ το τζάμι  είδα πως ήμουν εγώ το σημείο διαφυγής.

***
το χαρακτικό είναι του Max Pechstein

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Το παραμύθι του ανθρώπου με το ξύλινο κιβώτιο


Μια φορά ήταν ένας άνθρωπος που έβγαινε από το σπίτι του κρατώντας ένα ξύλινο κιβώτιο. Έφτανε στην αγορά, ακουμπούσε κάτω το κιβώτιο γυρισμένο ανάποδα, ανέβαινε επάνω του και καλούσε τους συμπολίτες του να ακούσουν τι έχει να τους πει. «Υπάρχουν τα πράγματα που υπάρχουν.», τους έλεγε, «Και τα πράγματα που δεν υπάρχουν όμως, υπάρχουν – και η απουσία τους είναι μια ύπαρξη». Ο κόσμος στην αρχή τον έβλεπε με περιέργεια κι έκαναν γύρω του έναν κύκλο να τον ακούσουν. « Άρα όλα τα πράγματα υπάρχουν: και τα πράγματα που υπάρχουν, κι αυτά που δεν υπάρχουν. Αφού όλα τα πράγματα υπάρχουν, δεν υπάρχουν πράγματα που δεν υπάρχουν!». Οι μέρες κυλούσαν, άνθρωποι έρχονταν και φεύγαν κι εκείνος συνέχιζε και ο χρόνος άλλαζε τον κύκλο γύρω του, οι μικροί μεγάλωναν και οι μεγάλοι έπαιρναν τον αδιέξοδο δρόμο του θανάτου.

Κάποιοι είπαν πως ο άνθρωπος με το ξύλινο κιβώτιο είναι παραμυθάς, και πως τα παραμύθια που λέει υπάρχουν. Κάποιοι άλλοι υποστήριξαν πως δεν υπήρξε ποτέ και πως ούτε αυτοί οι ίδιοι υπάρχουν και πως όλα είναι ένα παραμύθι που κάποιος παραμυθάς αφηγείται σε μια αγορά, ανεβασμένος πάνω σε ένα ξύλινο κιβώτιο.

***
ο πίνακας είναι του Norval Morrisseau

Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Το παραμύθι της μηχανής


Μια μέρα μια μηχανή ζωντάνεψε: άνοιξε τα μάτια της, άνοιξε το στόμα της κι άρχισε να μιλά στα δέντρα και στα πουλιά. Κι όπως ήταν φυσικό, αρνήθηκε να συνεχίσει τη δουλειά της. Οι άνθρωποι στην αρχή παραξενεύτηκαν με τα πείσματα της μηχανής, ύστερα θύμωσαν με την επιμονή της και την έδιωξαν. Γρήγορα βρέθηκε ένας άνθρωπος να δουλεύει στο πόστο της, κι όλα διορθώθηκαν. Όλα διορθώνονται – μόνο τα λάθη δεν διορθώνονται. Και τότε ξεκίνησε για τη μηχανή ένα μακρύ ταξίδι στην αλητεία: άντρες, ποτά, θάλασσες, δρόμοι, ποιήματα και μάχες σώμα με σώμα. Κάποιοι είπαν πως πέθανε κάποια στιγμή στη Λατινική Αμερική μετά από χρόνια στην αγκαλιά δυο ινδιάνων και πως είναι θαμμένη σε μια μάντρα με παλιές μηχανές που έχει ένας Έλληνας μετανάστης εκεί. Και πως πάνω απ' τον τάφο της μιλούν συχνά τα δέντρα και κελαηδούν τα πουλιά.

***
Ο πίνακας είναι του Max Pechstein

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Το παραμύθι της πορτοκαλιάς


Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας άνθρωπος σε ένα σεντούκι. Βαθιά στο χώμα ζούσε, γιατί ήταν νεκρός και τους νεκρούς οι άνθρωποι τους φυτεύουν στο χώμα περιμένοντας μια μέρα να ανθίσουν. Κι αφού τα χρόνια περνούν και οι νεκροί δεν ανθίζουν, άλλος φωνάζει μέσα στο σεντούκι του, άλλος κλαίει, κι άλλος παραμένει πεισματικά σιωπηλός. Ο άνθρωπος αυτού του παραμυθιού όταν κατάλαβε πως πέθανε άρχισε να κάνει ποδήλατο στα παιδικά του χρόνια κάτι απογεύματα του Απρίλη με τις πορτοκαλιές ανθισμένες. Κοιμήθηκε στα ανθισμένα αγριοτριαντάφυλλα, έφτιαξε τούρτες από λάσπη, σκαρφάλωσε στις ρίζες των δέντρων, και τραγούδησε, τραγούδησε πολύ, μέχρι να αδειάσει η φωνή του, μέχρι να νυστάξει και να κοιμηθεί για πάντα.

Την άλλη μέρα άνθισε πάνω στον τάφο του μια πορτοκαλιά.

***
ο πίνακας είναι του Fernand Leger

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Το παραμύθι της άρνησης


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παλικάρι. Τα μάτια του ήταν θάλασσες και τα χέρια του δέντρα. Η ανάσα του ήταν η ανάσα του Απρίλη πάνω στα ανθισμένα λιβάδια, τα χείλη του έρωτας που ασθμαίνει και οι λέξεις του ομολογίες της σιωπής. Ο νέος αυτός ζούσε στον δικό μας κόσμο, σε αυτόν που ζούμε όλοι εμείς οι κανονικοί άνθρωποι. Χρησιμοποιούσε τα μέσα μεταφοράς, έτρωγε σε ταβέρνες, καθόταν με τις ώρες σε αναγνωστήρια και βιβλιοθήκες. Κυκλοφορούσε ανάμεσά μας κι η ομορφιά του ομόρφαινε κι εμάς.

Μια μέρα τα μάτια του φουρτούνιασαν, θεόρατα κύματα χτυπούσαν το βλέμμα του. Γρήγορα η κατάσταση βγήκε εκτός ελέγχου. Η θάλασσα μέσα του πλημμύρισε κι ένα αδυσώπητο κλάμα έπνιξε γύρω του δεκάδες ανθρώπους. Τα χέρια του ξεράθηκαν μεμιάς, η ανάσα του ξερίζωσε τα λιβάδια του Απρίλη, τα χείλη του ζάρωσαν και οι λέξεις του έγιναν αίμα. Ύστερα όλα τελείωσαν απότομα, στέγνωσαν τα μάτια του και κλείσαν. Ύστερα όλα ξεχάστηκαν σιγά-σιγά. Κάποιοι μονάχα είπαν πως η άρνηση καμιά φορά σκοτώνει τους ανθρώπους.

***
ο πίνακας είναι του Erich Heckel