Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Το παραμύθι των ανήσυχων παραμυθιών


Τα παραμύθια πάντα ήταν σίγουρα για τον εαυτό τους – όλα ξεκινούσαν περίπου από το ίδιο σημείο, όμως το πιο σημαντικό είναι πως έφταναν στο ίδιο τέλος: που ζούσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα και όλοι μένουν ευχαριστημένοι. Όμως η ζωή δεν είναι παραμύθι. Αυτό δεν είναι το θέμα μας.

Μια φορά κι έναν καιρό λοιπόν τα παραμύθια τα έπιασε μεγάλη ανησυχία. Οι δράκοι και οι βασιλοπούλες αντάλλασσαν πληροφορίες όλο αγωνία, οι μάγισσες δάγκωναν αμήχανα τα δηλητηριασμένα μήλα τους, κατσικάκια, λύκοι, προβατάκια, γουρουνάκια αλεπούδες, λιοντάρια, ποντικάκια και γαϊδούρια στριμώχνονταν όλα μαζί από φόβο σε αχυρώνες και στάβλους, η Κοκκινοσκουφίτσα αλάλαζε αλλοπαρμένη στους δρόμους, συναντούσε τη Σταχτοπούτα που κουτσαίνοντας και αναμαλλιασμένη ρωτούσε τους περαστικούς αν άκουσαν κανένα νέο, η Χιονάτη λιποθύμησε και τα βασιλόπουλα, αχ τα βασιλόπουλα διόλου θαρραλέα παλικάρια, κρυφτήκαν σε μπαούλα και ντουλάπες κρατώντας για μέρες την ανάσα τους. Όλη αυτή η αναστάτωση είχε τις επιπτώσεις της κι έξω από τα παραμύθια, οι γιαγιάδες έστεκαν αμίλητες μπροστά στα τζάκια, ο κύκλος εργασιών και τα έσοδα των εκδοτών έπεσαν κάθετα, βιβλιοπωλεία έκλεισαν και οι συγγραφείς αλλάξανε δουλειές: άλλοι γίναν οικοδόμοι, άλλοι μαραγκοί και άλλοι σκουπιδιάρηδες. Τα πράγματα κινδύνευαν να εκτροχιαστούν αναπάντεχα και μόνιμα.

Μέχρι που κάποιος έζησε καλά και εμείς καλύτερα και τα πράγματα πήραν να διορθώνονται και οι γριές αρχίσαν να μιλάνε και η Χιονάτη βρήκε το γοβάκι της Σταχτοπούτας και τα βασιλόπουλα βγήκαν από τις ντουλάπες και οι συγγραφείς ξανάρχισαν να γράφουν και ανέβηκε ο τζίρος των εκδοτών. Ο πληθυσμός των παραμυθιών είναι συντηρητικοί νοικοκυραίοι και η ζωή τους είναι βαρετή παρόλη την περιπέτεια στην οποία μπαίνουν. Έχουν εξασφαλισμένη αρχή και σίγουρο τέλος.

***
η λεπτομέρεια είναι από πίνακα του Van der Weyden

Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

Δρόμοι αόρατοι


δρόμοι αόρατοι δρόμοι και άγνωστοι προορισμοί άσκοπες περιπλανήσεις ένας κόσμος σε κίνηση μια μέρα στάθηκες στο κέντρο της πόλης όπως διαδηλώνουν τα δέντρα και τα λουλούδια μόνο ο άνεμος σε έσπρωχνε στις δικές του εμμονές το μόνο χάδι που θα συνέκρινες ποτέ με αυτό της μάνας σου όταν μικρός που ήσουν μια φορά κι έναν καιρό σε σκέπαζε κάτι μέρες φωτεινές που η ζωή έξω βούιζε κι εσύ βυθιζόσουν στου ύπνου τον κόσμο τον παράξενο τίποτε-τίποτε άλλο παρά οι λέξεις που ο άνεμος σου ψιθυρίζει στο αυτί αφήνει στα χείλη σου οι λέξεις του ανέμου που αγκαλιάζουν το κορμί σου ομολογώντας τον έρωτα η ζωή είναι να σταθείς να τη δεις να φεύγει να πηγαίνει άγνωστο πού οι διαδρομές είναι φίδια το δηλητήριό τους είναι ο χρόνος αν σε δαγκώσουν θα γεράσεις στάσου στάσου στάσου άκου του κόσμου την αγωνία

μια γύφτισσα ζητάει ένα τσιγάρο στους περαστικούς "να σου πω ένα καλό" τους λέει και τους δίνει αυτό το ποίημα

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Μια μέρα θα πάρω


Μια μέρα,
θα πάρω το ποδήλατό μου και θα φύγω
- όχι γιατί θέλω να φτάσω κάπου μακριά
ή από κάπου να ξεφύγω.

Αλλά γιατί θα ισορροπώ πλέον μόνο στις δυο του ρόδες.
Και πουθενά αλλού.

Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Το παραμύθι του μικρού λουλουδιού που φύτρωσε δίπλα στον άντρα που είχε ξεραθεί


Μια φορά ήταν ένας άντρας που είχε ξεραθεί. Ούτε ένα φύλλο δεν ξεμύτιζε απ’ το σώμα ή τα λόγια του, ούτε μια υπόσχεση άνθησης ή καρποφορίας δεν πλημμύριζε την ψυχή του. Έστεκε εκεί με τα τσακισμένα και γυμνά κλαδιά του, περήφανο μνημείο της κακής του τύχης και της αδικίας της κοινωνίας. Ώσπου μια μέρα εμφανίστηκε κάπως αναπάντεχα δίπλα του ένα μικρό λουλούδι. Γρήγορα-γρήγορα ντύθηκε δυο-τρία πράσινα φυλλαράκια και στόλισε το κεφαλάκι του με ένα κατακόκκινο μπουμπούκι. Κι ο κόσμος που περνούσε από ‘κει, δεν απέστρεφε πια το βλέμμα του και θαύμαζε το λουλουδάκι. Τότε ο άντρας που είχε ξεραθεί θύμωσε. Και η απέχθεια είναι μια σχέση, όμως τώρα κανείς δεν τον απέφευγε, δεν του 'διναν καμία σημασία, όλοι κοιτούσαν δίπλα του. Και χαμογελούσαν.


Και τότε σήκωσε το πόδι του και έλιωσε το λουλούδι. Και ζήσαμε εμείς καλά.

***
ο πίνακας είναι του Michael Hafftka

Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Ερμού


Ήταν ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, σουρούπωνε. Οι νεραντζιές σκορπούσαν το ανθισμένο άρωμά τους στους περαστικούς, χίπστερ, νοικοκυραίους, εφήβους, ντόπιους και τουρίστες. Στον πεζόδρομο ξαπλωμένη η πραμάτεια των ρακοσυλλεκτών, πεσμένη σε πεδίο μάχης, ξεκοιλιασμένη, χρησιμοποιημένη, σαν τα φλούδια που φτύνεις των ξηρών καρπών ή σαν τους νεκρούς ήρωες μιας πατρίδας. Σπασμένα τηλέφωνα, τοστιέρες, φορεμένα παπούτσια, τσίτια, τσαλακωμένες τράπουλες, τραυματισμένα μπιμπελό.

Ήταν ένας άντρας, λερός, γύρω στα 60, είχε ένα ραδιοφωνάκι ανοιχτό, το πουλούσε κι αυτό. Την ώρα που περνούσα έπαιζε ένα τραγούδι του Καζαντζίδη, αργό, βαρύ, βασανισμένο. Γύρισε απότομα, έγειρε μπροστά σαν τα δέντρα που λυγάνε στον άνεμο, σήκωσε αργά τα χέρια, σαν να πετά και χόρεψε. Κι ήταν ο χορός του ακροβασία, παιχνίδι θανάτου. Σιωπηλός, μοναχικός σαν τη νύχτα που μάτωνε τον ορίζοντα στο βάθος. Σαν την ανάσα που σβήνει.


Πώς να χωρέσει σε ένα παραμύθι;

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Το παραμύθι της Σπύραινας


Στην «Ηρώων» έμεναν κάποτε η Κούλα και τα τρία της παιδιά και δίπλα τους η Σπύραινα με την κόρη της. Η Σπύραινα δεν ήταν εύκολος άνθρωπος, συχνά έδερνε την κόρη της και της φώναζε (όλη η γειτονιά τις άκουγε), ήταν γκρινιάρα και μίζερη. Ανέβαινε τις σκάλες της Κούλας για να πιει καφέ και μουρμούραγε πάντα για την κούραση και τους πόνους της και τα πολλά σκαλοπάτια. Μια μέρα η Κούλα αποφάσισε να της κάνει ένα χουνέρι: έφτιαξε από σύρμα (αυτό που έτριβαν τα παλιά χρόνια τις αλουμινένιες κατσαρόλες για να καθαρίσουν) ένα ποντίκι. Του έβαλε αυτιά και ουρά. Και το έδεσε με μια κλωστή απ’ το χέρι της. Όταν γύρισε από την κουζίνα στο καθιστικό με τους καφέδες, είδε η Σπύραινα το ποντίκι κι άρχισε να φωνάζει «ποντίκι Μωρή Κούλα, αρουραίος» και έφυγε τρέχοντας η κουτσή και κατέβηκε τρία-τρία τα σκαλοπάτια και πίσω της την κηνυγούσε η Κούλα φωνάζοντας «ψεύτικο είναι το ποντίκι Σπύραινα», αλλά εκείνη δεν άκουγε κι αλάλαζε ως την επάνω γειτονιά (στο σπίτι του Λούστρου έφτασε) κι ακόμη θα έτρεχε – αν δεν είχε εν τω μεταξύ πεθάνει.


Θα μου πεις: αυτό δεν είναι παραμύθι, μια ιστορία είναι, μια αφήγηση. Και θα σου πω: πού ξέρεις αν δεν είναι της φαντασίας μου η ιστορία; Η ακόμη καλύτερα, είσαι σίγουρος πως δεν υπήρξε κάποτε η κοκκινοσκουφίτσα, ο δράκος και τα 7 κατσικάκια; Για να τελειώνουμε: θα κάνουμε αυτή την ιστορία παραμύθι, θα πούμε πως μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στην «Ηρώων» η Κούλα και τα τρία της παιδιά και πως ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Καλύτερα ζουν στα παραμύθια οι άνθρωποι…

***
Το χαρακτικό είναι του Hermann Max Pechstein

Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Το παραμύθι του άντρα που αγαπούσε τη φωτιά


Ήταν ένας άντρας που αγαπούσε τη φωτιά. Από μικρός τάιζε μικρές φωτίτσες – δεν άντεχε να τις βλέπει να τρεμοσβήνουν, φρόντιζε τις φωτιές όπως η μάνα φροντίζει τα παιδιά της, την προστάτευε όπως ο εραστής την αγαπημένη του. Ίσως να μην αγάπησε ποτέ κανέναν άλλο από τις φωτιές, και μάλλον δεν αγαπήθηκε και από κανέναν άνθρωπο. Μπορούσες να τον δεις με τις ώρες να κοιτάζει τις φλόγες, όπως τα παιδιά κοιτάζουν αυτούς που τους λένε παραμύθια.

Μια μέρα ο άντρας βοήθησε τις φλόγες να αγκαλιάσουν το σπίτι που μεγάλωσε κι ήταν τόση η χαρά του, που λίγο καιρό μετά τις τάισε και με άλλα σπίτια, όλη την πόλη του και τα δάση γύρω της. Μια μέρα που δεν υπήρχε τίποτε άλλο να καεί, της δόθηκε ο ίδιος ολοκληρωτικά, όπως δίνεται κανείς στου έρωτα τον πόλεμο. Και καίγεται.

***
ο πίνακας είναι του Richard Smith

Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

Το παραμύθι της γυναίκας στο τραίνο


Μία γυναίκα ταξίδευε κάποτε με ένα τραίνο. Καθόμουν απέναντί της. Κάποια στιγμή κοίταξε το παράθυρο στο πλάι και άρχισε να αδειάζει από μέσα της, θα έλεγες πως οι σκέψεις της βρήκαν ένα σημείο διαφυγής, που είναι αδύνατο να το εντοπίσεις εσύ, έτσι γρήγορα που εναλλάσσονται οι εικόνες σε ένα τραίνο που φεύγει ή έρχεται, αλλά τι θα πει ερχομός, αφού κάθε επιστροφή είναι και ένας αποχωρισμός. Αφού άδειασε από σκέψεις, οι σκέψεις είναι το άυλο σώμα μας, άρχισε να αποσυντίθεται και το σώμα της. Στο τέλος είχαν μείνει μόνο τα μάτια της.


Κοιτώντας τα μάτια της μέσα απ’ το τζάμι  είδα πως ήμουν εγώ το σημείο διαφυγής.

***
το χαρακτικό είναι του Max Pechstein

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Το παραμύθι του ανθρώπου με το ξύλινο κιβώτιο


Μια φορά ήταν ένας άνθρωπος που έβγαινε από το σπίτι του κρατώντας ένα ξύλινο κιβώτιο. Έφτανε στην αγορά, ακουμπούσε κάτω το κιβώτιο γυρισμένο ανάποδα, ανέβαινε επάνω του και καλούσε τους συμπολίτες του να ακούσουν τι έχει να τους πει. «Υπάρχουν τα πράγματα που υπάρχουν.», τους έλεγε, «Και τα πράγματα που δεν υπάρχουν όμως, υπάρχουν – και η απουσία τους είναι μια ύπαρξη». Ο κόσμος στην αρχή τον έβλεπε με περιέργεια κι έκαναν γύρω του έναν κύκλο να τον ακούσουν. « Άρα όλα τα πράγματα υπάρχουν: και τα πράγματα που υπάρχουν, κι αυτά που δεν υπάρχουν. Αφού όλα τα πράγματα υπάρχουν, δεν υπάρχουν πράγματα που δεν υπάρχουν!». Οι μέρες κυλούσαν, άνθρωποι έρχονταν και φεύγαν κι εκείνος συνέχιζε και ο χρόνος άλλαζε τον κύκλο γύρω του, οι μικροί μεγάλωναν και οι μεγάλοι έπαιρναν τον αδιέξοδο δρόμο του θανάτου.

Κάποιοι είπαν πως ο άνθρωπος με το ξύλινο κιβώτιο είναι παραμυθάς, και πως τα παραμύθια που λέει υπάρχουν. Κάποιοι άλλοι υποστήριξαν πως δεν υπήρξε ποτέ και πως ούτε αυτοί οι ίδιοι υπάρχουν και πως όλα είναι ένα παραμύθι που κάποιος παραμυθάς αφηγείται σε μια αγορά, ανεβασμένος πάνω σε ένα ξύλινο κιβώτιο.

***
ο πίνακας είναι του Norval Morrisseau

Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Το παραμύθι της μηχανής


Μια μέρα μια μηχανή ζωντάνεψε: άνοιξε τα μάτια της, άνοιξε το στόμα της κι άρχισε να μιλά στα δέντρα και στα πουλιά. Κι όπως ήταν φυσικό, αρνήθηκε να συνεχίσει τη δουλειά της. Οι άνθρωποι στην αρχή παραξενεύτηκαν με τα πείσματα της μηχανής, ύστερα θύμωσαν με την επιμονή της και την έδιωξαν. Γρήγορα βρέθηκε ένας άνθρωπος να δουλεύει στο πόστο της, κι όλα διορθώθηκαν. Όλα διορθώνονται – μόνο τα λάθη δεν διορθώνονται. Και τότε ξεκίνησε για τη μηχανή ένα μακρύ ταξίδι στην αλητεία: άντρες, ποτά, θάλασσες, δρόμοι, ποιήματα και μάχες σώμα με σώμα. Κάποιοι είπαν πως πέθανε κάποια στιγμή στη Λατινική Αμερική μετά από χρόνια στην αγκαλιά δυο ινδιάνων και πως είναι θαμμένη σε μια μάντρα με παλιές μηχανές που έχει ένας Έλληνας μετανάστης εκεί. Και πως πάνω απ' τον τάφο της μιλούν συχνά τα δέντρα και κελαηδούν τα πουλιά.

***
Ο πίνακας είναι του Max Pechstein

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Το παραμύθι της πορτοκαλιάς


Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας άνθρωπος σε ένα σεντούκι. Βαθιά στο χώμα ζούσε, γιατί ήταν νεκρός και τους νεκρούς οι άνθρωποι τους φυτεύουν στο χώμα περιμένοντας μια μέρα να ανθίσουν. Κι αφού τα χρόνια περνούν και οι νεκροί δεν ανθίζουν, άλλος φωνάζει μέσα στο σεντούκι του, άλλος κλαίει, κι άλλος παραμένει πεισματικά σιωπηλός. Ο άνθρωπος αυτού του παραμυθιού όταν κατάλαβε πως πέθανε άρχισε να κάνει ποδήλατο στα παιδικά του χρόνια κάτι απογεύματα του Απρίλη με τις πορτοκαλιές ανθισμένες. Κοιμήθηκε στα ανθισμένα αγριοτριαντάφυλλα, έφτιαξε τούρτες από λάσπη, σκαρφάλωσε στις ρίζες των δέντρων, και τραγούδησε, τραγούδησε πολύ, μέχρι να αδειάσει η φωνή του, μέχρι να νυστάξει και να κοιμηθεί για πάντα.

Την άλλη μέρα άνθισε πάνω στον τάφο του μια πορτοκαλιά.

***
ο πίνακας είναι του Fernand Leger

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Το παραμύθι της άρνησης


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παλικάρι. Τα μάτια του ήταν θάλασσες και τα χέρια του δέντρα. Η ανάσα του ήταν η ανάσα του Απρίλη πάνω στα ανθισμένα λιβάδια, τα χείλη του έρωτας που ασθμαίνει και οι λέξεις του ομολογίες της σιωπής. Ο νέος αυτός ζούσε στον δικό μας κόσμο, σε αυτόν που ζούμε όλοι εμείς οι κανονικοί άνθρωποι. Χρησιμοποιούσε τα μέσα μεταφοράς, έτρωγε σε ταβέρνες, καθόταν με τις ώρες σε αναγνωστήρια και βιβλιοθήκες. Κυκλοφορούσε ανάμεσά μας κι η ομορφιά του ομόρφαινε κι εμάς.

Μια μέρα τα μάτια του φουρτούνιασαν, θεόρατα κύματα χτυπούσαν το βλέμμα του. Γρήγορα η κατάσταση βγήκε εκτός ελέγχου. Η θάλασσα μέσα του πλημμύρισε κι ένα αδυσώπητο κλάμα έπνιξε γύρω του δεκάδες ανθρώπους. Τα χέρια του ξεράθηκαν μεμιάς, η ανάσα του ξερίζωσε τα λιβάδια του Απρίλη, τα χείλη του ζάρωσαν και οι λέξεις του έγιναν αίμα. Ύστερα όλα τελείωσαν απότομα, στέγνωσαν τα μάτια του και κλείσαν. Ύστερα όλα ξεχάστηκαν σιγά-σιγά. Κάποιοι μονάχα είπαν πως η άρνηση καμιά φορά σκοτώνει τους ανθρώπους.

***
ο πίνακας είναι του Erich Heckel

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Το παραμύθι με τα όνειρα


Η νύχτα έξω είναι τόσο σιωπηλή, που νομίζω πως ακούω τα όνειρά σας. Συναντιούνται στα σταυροδρόμια και μιλούν συνθηματικά, κάτι ετοιμάζουν. Κυκλοφορούν γυμνά μέσα στα σπίτια, πάνε στην τουαλέτα, κοιτάζονται στον καθρέφτη, ζητούν μια απάντηση στις αντανακλάσεις. Οι αντανακλάσεις τους γυρίζουν την πλάτη και αποχωρούν αποφασισμένες. Κάποια όνειρα σκαρφαλώνουν στα δέντρα και φωνάζουν ονόματα, κάποια άλλα γαμιούνται λυσσασμένα, ένα όνειρο σφυρίζει αδιάφορα. Τα όνειρα είναι αλήτες παραμύθια, που ζουν καλύτερα.

***
Ο πίνακας είναι του Max Beckmann

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Το παραμύθι του άντρα


Μια φορά, κατεβαίνοντας από το στήθος της ζυγώσαμε στον αφαλό της. Εδώ είναι η πύλη του κάτω κόσμου μου είπε. Θες να τον δεις; Έγνευσα ναι. Μπήκαμε προσεκτικά. Ήταν γεμάτος λουλούδια που χάιδευαν το ένα το άλλο κι ύστερα με αθόρυβες εκρήξεις σκορπούσαν στον αέρα. Η ώρα πέρασε, νύχτωσε στον κάτω κόσμο και γυρίσαμε, ανεβήκαμε τον αφαλό της και πήραμε το δρόμο για το δάσος ανάμεσα στα πόδια της. Όταν με είδε μου είπε πώς έγινες έτσι; Είσαι γεμάτος πέταλα και γύρη κι ύστερα άπλωσε το χέρι της να με καθαρίσει και στο άγγιγμά της έγινε έκρηξη και σκόρπισα αθόρυβα στον αέρα.

***
ο πίνακας είναι του Max Beckmann

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

Το παραμύθι της γιαγιάς Β.


Οι μέρες περνούν κι εμείς καθόμαστε ένα κύκλο και λέμε ιστορίες κι ο χρόνος κυνηγάει την ουρά του σαν γατί. Και τότε ξεκινάει η γιαγιά η Β. να λέει το δικό της παραμύθι. Ήταν λέει μια φορά ένα χωριουδάκι ανάμεσα σε δυο ποτάμια. Μια μέρα ήρθε στο χωριό ένας νέος με γένια και μακριά μαλλιά, κι ήτανε όμορφος πολύ κι όλα τα κορίτσια τον ερωτεύτηκαν. Μα οι μεγαλύτεροι είπαν στα παιδιά πως δεν πρέπει να έρθει σε επαφή κανείς μαζί του, γιατί τα λόγια του ήταν μάγια τρομερά που θ’ άλλαζαν τον κόσμο. Μια μέρα ο νέος πλησίασε τη Β. και της έδωσε το «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι, έγραψε πάνω σ’ αυτό μια αφιέρωση. Κι εκείνη το διάβασε κι έκτοτε διάβασε πολλά βιβλία, ρώσικα και άλλα. Ακόμη όμως το ‘χει στη βιβλιοθήκη της αυτό το πρώτο. Τα χρόνια πέρασαν κι έπιασε να νυχτώνει και το παραμύθι της γιαγιάς Β. έφτασε πια στο τέλος του: πριν λίγες μέρες, στην Αθήνα, ένας χοντρός, φαλακρός και κουρασμένος άνθρωπος της μίλησε στο δρόμο: «είσαι η Β.;», της είπε. «Κάποιο λάθος κάνετε» του είπε βιαστικά κι έφυγε.

«Τα παραμύθια άσχημα γερνούν – καλύτερα να μην τους το πείτε ποτέ» μας είπε. Κι ύστερα φύγαμε, ο κύκλος έσπασε κι η γάτα κουράστηκε να κυνηγάει την ουρά της.

***
ο πίνακας είναι του Τριαντάφυλλου Πατρασκίδη

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Το παραμύθι της μοναξιάς του ηθοποιού


Μια φορά κι έναν καιρό κρυώναμε και νιώθαμε μόνοι. Και φτιάξαμε ένα παραμύθι για να ζεσταθούμε.

Ήταν λοιπόν ένας άνθρωπος. Ήταν ηθοποιός κι έπαιζε σε παραστάσεις που τις έβλεπε πολύς κόσμος, πάνω του έβλεπες τον θαυμασμό, την αγωνία, τη λατρεία, τη συμπόνια του κόσμου. Ήταν ηθοποιός, έμπαινε δηλαδή στις ζωές πολλών ανθρώπων, γινόταν ο ίδιος πολλοί άνθρωποι: άλλοτε γινόταν βασιλιάς, άλλοτε αγρότης, γέρος, ερωτευμένος νέος ή πατέρας, μια φορά έγινε γυναίκα, άλλοτε έμπορος κι άλλοτε άνεργος. Δεκάδες άνθρωποι και η μοίρα και η ζωή τους πάνω στη σκηνή. Ήμασταν σίγουροι πως δεν ήταν μόνος.

Μια μέρα τον είδαμε να κάθεται σε ένα μπαρ, αργά τη νύχτα μετά την παράσταση. Δεν ήταν δίπλα του κανείς και δεν μιλούσε με κανέναν. Έπινε ουίσκυ και γύρω του κείτονταν άδεια ποτήρια, σκισμένες μάσκες, ρούχα παράξενα, λέξεις και φράσεις, σκηνικά και χειροκροτήματα.


Κι έζησε αυτός καλά – κι εμείς κρυώναμε περισσότερο από πριν.

***
Ο πίνακας είναι του Oswaldo Guayasamin

Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

Ο έγχρωμος κόσμος της Στέλλας


Στο σπίτι μας η Στέλλα ζωγραφίζει. Ζωγραφίζει συνέχεια και παντού. Κι εμείς γύρω της τρέχουμε, φωνάζουμε, αγκαλιαζόμαστε, τσακωνόμαστε, δουλεύουμε, διαβάζουμε, αγωνιούμε, αγωνιζόμαστε. Κολλάει τις ζωγραφιές της με μαγνητάκια στο ψυγείο. Σήμερα το πρωί πήγα να ανοίξω το ψυγείο και στάθηκα να τις κοιτάζω. Νομίζω πως η Στέλλα είναι σοφή








Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Θέλω να γδύσω τις λέξεις


Θέλω να γδύσω τις λέξεις – όχι απαραίτητα  με κάποιο πονηρό σκοπό (να τις χαϊδέψω ή να τις ερεθίσω ας πούμε). Θέλω να γδύσω τις λέξεις για να τις δω γυμνές. Να τις δω όχι ευπρεπείς, κοινωνικά επιτυχημένες, ικανοποιημένες, αλλά όπως τις γέννησε η σκέψη μου, ή έστω η ανάγκη μου. Θέλω να δω τα μαραμένα βυζιά ή τα πουλιά τους, το στομαχάκι που απέκτησαν με τα χρόνια, την κυτταρίτιδα των λέξεων. Θέλω να βεβαιωθώ πως γερνούν κι αυτές μαζί μου. Γιατί έτσι νιώθω. Πως οι λέξεις γερνούν και μαραζώνουν μέσα στα νοήματα που τους δίνετε. Θέλω να τις γδέρνω από το δέρμα που τις ντύνετε, να ματώσουν.


Θέλω να δω τις λέξεις νικημένες και όχι ποθητές. Μήπως και τις ποθήσω πάλι.

***
ο πίνακας είναι του Oswaldo Guayasamin

Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Τιμές βιβλίων στην τελευταία σελίδα


Ήταν μια εποχή που είχε γρόσια, φράγκα και δραχμές, ακόμη και καπίκια. Κι όποιος είχε γρόσια, φράγκα, δραχμές και καπίκια αγόραζε βιβλία. Τα βιβλία είχαν, ας πούμε, ενιαία τιμή τότε, η οποία τυπωνόταν στην πίσω πλευρά του πίσω εξωφύλλου. Πολλές φορές οι τιμές που δίνονταν ήταν σε παραπάνω από ένα νόμισμα, ανάλογα σε ποια χώρα θα συναντούσαν τους φιλαναγνώστες Έλληνες. Οι τιμές των βιβλίων συνήθως τυπώνονταν στα ελληνικά βιβλία το δεύτερο μισό του 19ου και το πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Στη συνέχεια η πρακτική αυτή σιγά-σιγά ατόνησε, άλλαξαν και τα ήθη του εκδοτικού χώρου και το δίκτυο των βιβλιοπωλείων. Όπως και να 'ναι το παραγνωρισμένο αυτό στοιχείο των βιβλίων, αν ερευνηθεί με σπουδή και σε εύρος είναι εξαιρετικά χρήσιμο για τη μελέτη της οικονομίας και της κυκλοφορίας του ελληνικού βιβλίου. Μένει να αναλάβει κάποιος την ευθύνη γι' αυτό.


Ζαχαριάδης , Κωνσταντίνος 
Στοιχειώδης ιστορία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της επιλεγομένης Βυζαντινής / υπό Κωνσταντίνου Ζαχαριάδου , Μέρος Β' , Της Ρωμαϊκής ιστορίας (395 μ.Χ. - 1453) . - Εν Κωνσταντινουπόλει : Εκ του Πατριαρχικού Τυπογραφείου , 1885. - 142 σ. ; 18 εκ.



Ζαχαριάδης , Κωνσταντίνος 
Εγχειρίδιον ελληνικής αρχαιολογίας :προς στοιχειώδη μάθησιν του βίου των αρχαίων / υπό Κωνσταντίνου Ζαχαριάδου . - Εν Κωνσταντινουπόλει : Εκ του Πατριαρχικού Τυπογραφείου , 1893. - 364 σ. ; 18 εκ.



Σπανός , Κανέλλος (-1756)
Κανέλλου Σπανού γραμματική της κοινής των Ελλήνων γλώσσης Παχωμίου Ρουσάνου κατά χυδαϊζόντων και αιρετικών και άλλα του αυτού :νυν πρώτον εκδιδόμενα εκ κωδίκων της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης / υπό του Αρχιμανδρίτου Ιωάννου Βασιλικού . - Εν Τεργέστη : Τύποις του αυστριακού Λόϋδ , 1908. - 159 σ. ; 23 εκ.



Λάμπρος , Σπυρίδων Π. (1851-1919)
Κατάλογος των εν ταις βιβλιοθήκαις του Αγίου Όρους ελληνικών κωδίκων / υπό Σπυρίδωνος Π. Λάμπρου , Τόμος Α' , Μέρος Α' , Βιβλιοθήκαι . - Εν Αθήναις : Τυπογραφείον Αλέξανδρου Παπαγεωργίου , 1888. - η', 192 σ. ; 22 εκ.



Παρασκευόπουλος , Θεμιστοκλής Μ. 
Ιστορικογεωγραφική περιγραφή της Αγχιάλου :μετά πίνακος των νομισμάτων αυτής / υπό Θεμιστοκλέους Μ. Παρασκευοπούλου . - Εν Αθήναις : Σπυρίδωνος Κουσουλίνου , 1888. - 96 σ. ; 22 εκ.



Οικονομίδης , Δημοσθένης (1858-1938)
Περί του γλωσσικού ζητήματος :παρ'ημίν λόγος πανηγυρικός εκφωνηθείς εν τη πατριαρχική μεγάλη του Γένους Σχολή κατά την εορτήν των τριών Ιεραρχών / υπό Δ. Η. Οικονομίδου . - Εν Αθήναις : Π. Δ. Σακελλαρίου , 1903. - 102 σ. ; 24 εκ.



Σκενδέρης , Κωνσταντίνος Χ. 
Ιστορία της αρχαίας και συγχρόνου Μοσχοπόλεως :μετά περιγραφής πάντων των υπό διάφορα καθεστώτα γεγονότων... / Κων. Χ. Σκενδέρη . - Εν Αθήναις : Τυπ. Ι. Βάρτσου , 1928. - 185 σ. : εικ. ; 23 εκ.



Ροΐδης , Εμμανουήλ Δ. (1836-1904)
Τα είδωλα :γλωσσική μελέτη / Ε. Δ. Ροΐδου . - Εν Αθήναις : Εστία , 1893. - 404 σ. ; 17 εκ.



Βαφείδης , Φιλάρετος 
Εκκλησιαστική ιστορία από του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού μέχρι των καθ' ημάς χρόνων / υπό του Μητροπολίτου Διδυμοτείχου Φιλαρέτου Βαφείδου . - Εν Κωνσταντινουπόλει : Τύποις Σ. Ι. Βουτυρά ; : Τύποις Αδελφών Γεράρδων , 1884-1928. - τ. ; 23 εκ.



Παγκράτιος , Βατοπαιδινός 
Η μουσική κλίμαξ ήτοι επιστημονική διαίρεσις της μουσικής κλίμακος και προσδιορισμός του μήκους των χορδών αυτής μετά μεγίστης μαθηματικής ακριβείας / Αρχιμανδρίτου Παγκρατίου Βατοπαιδινού . - Εν Κωνσταντινουπόλει : Τύποις Πατριαρχικοίς , 1916. - 69, 11 σ. ; 20 εκ.



Παπαμιχαλόπουλος , Κωνσταντίνος Ν. (1852-1923)
Η Κωνσταντινούπολις ελληνική επί 2577 έτη / υπό Κωνστ. Ν. Παπαμιχαλοπούλου . - Εν Αθήναις : Τυπογραφείου Ι. Β. Βάρτσου , 1920. - 216 σ. ; 24 εκ.



Καρολίδης , Παύλος (1849-1930)
Ο αυτοκράτωρ Διογένης ο Ρωμανός / Π. Καρολίδου . - Εν Αθήναις : Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων , 1906. - 79 σ. ; 17 εκ.. - (Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων , 80)



Καζαντζής , Δ. 
Βιβλίο εργαςίας ςτα μαθιματικά για τιν IV τάκςι τον ελινικόν σκολίον τυ Β. Καβ / Καζαντζί Δ. κε Καραςαβίδι Π. . - Ροςτόβ-Δον : Κομυνιςτίς , 1932. - 63 σ. : εικ., πιν. ; 21 εκ.


***
η αρχική εικόνα είναι στο οπισθόφυλο του βιβλίου "Λουκιανός ο Σαμοσατεύς / υπό Δ. Ι. Μαυροφρύδου . - Εν Αθήναις : Χ. Ν. Φιλαδελφέως , 1861. - 77 σ. ; 18 εκ."

Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

Παροράματα ή αλλιώς λάθη που διορθώνονται


Είναι 1902 και δημοτικιστής  Φώτης Φωτιάδης εκδίδει το "γλωσσικόν ζήτημα κ' η εκπαιδευτική μας αναγέννησις". Στο έργο αυτό εξετάζεται για πρώτη φορά με τέτοια έμφαση η σχέση παιδείας και γλώσσας, η εκπαιδευτική αναγέννηση δεν νοείται χωρίς τη δημοτική. Εμάς ωστόσο δεν μας ενδιαφέρει και τόσο η ιστορία αυτού του βιβλίου ή των απόψεων του Φωτιάδη. Μας ενδιαφέρουν τα λάθη του, όπως αυτός τα παραδέχεται και τα ομολογεί στο τέλος. Μας ενδιαφέρουν, εδώ που τα λέμε, όλων τα λάθη, τα σφάλματα και τα αμαρτήματα. Μας ενδιαφέρουν τα ομολογημένα παροράματα που καμιά φορά διορθώνονται - σπανιότερα στη ζωή, συχνότερα στα βιβλία. Γιατί ακόμη και τα λάθη συγκροτούν μια μεγαλειώδη ιστορία του πολιτισμού μας

1831
1852
1868
1921
1814
1782
1921
1881

1869

Υπάρχουν στιγμές που η αναγνώριση του λάθους ή η έλλειψη των πόρων δηλώνεται με μια εντυπωσιακή αμεσότητα κι ευθύτητα σχεδόν συγκινητική. Είναι 1932 - στο Ροστόβ επί του Ντον το Εκδοτικό του Κομμουνιστή τυπώνει ελληνόφωνα σχολικά βιβλία για τους Έλληνες της σοβιετικής επικράτειας με φωνητική ορθογραφία. Σε ένα μαθηματικό βιβλίο ("Ι ζοί σε αριθμύς") η τελευταία σελίδα απολογείται για την έλλειψη του σημαδιού της πρόσθεσης:

1932


Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

Το παραμύθι του λυπημένου σκοπού


Ένας άνθρωπος έγινε σιωπή. Άναψε τσιγάρο, σαν φάρο το κράτησε αναμμένο στην άκρη των δαχτύλων του, δεν φύσηξε τον καπνό. Τον κράτησε μέσα του. Κι ύστερα άναψε κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο. Κι ο καπνός έγινε σύννεφο και άρχισε να βρέχει μέσα του πολύ. Άνοιξε την ομπρέλα του και χάθηκε στη βροχή σφυρίζοντας έναν λυπημένο σκοπό.

***
ο πίνακας είναι του Martin Lewis