Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Το παραμύθι των ανήσυχων παραμυθιών


Τα παραμύθια πάντα ήταν σίγουρα για τον εαυτό τους – όλα ξεκινούσαν περίπου από το ίδιο σημείο, όμως το πιο σημαντικό είναι πως έφταναν στο ίδιο τέλος: που ζούσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα και όλοι μένουν ευχαριστημένοι. Όμως η ζωή δεν είναι παραμύθι. Αυτό δεν είναι το θέμα μας.

Μια φορά κι έναν καιρό λοιπόν τα παραμύθια τα έπιασε μεγάλη ανησυχία. Οι δράκοι και οι βασιλοπούλες αντάλλασσαν πληροφορίες όλο αγωνία, οι μάγισσες δάγκωναν αμήχανα τα δηλητηριασμένα μήλα τους, κατσικάκια, λύκοι, προβατάκια, γουρουνάκια αλεπούδες, λιοντάρια, ποντικάκια και γαϊδούρια στριμώχνονταν όλα μαζί από φόβο σε αχυρώνες και στάβλους, η Κοκκινοσκουφίτσα αλάλαζε αλλοπαρμένη στους δρόμους, συναντούσε τη Σταχτοπούτα που κουτσαίνοντας και αναμαλλιασμένη ρωτούσε τους περαστικούς αν άκουσαν κανένα νέο, η Χιονάτη λιποθύμησε και τα βασιλόπουλα, αχ τα βασιλόπουλα διόλου θαρραλέα παλικάρια, κρυφτήκαν σε μπαούλα και ντουλάπες κρατώντας για μέρες την ανάσα τους. Όλη αυτή η αναστάτωση είχε τις επιπτώσεις της κι έξω από τα παραμύθια, οι γιαγιάδες έστεκαν αμίλητες μπροστά στα τζάκια, ο κύκλος εργασιών και τα έσοδα των εκδοτών έπεσαν κάθετα, βιβλιοπωλεία έκλεισαν και οι συγγραφείς αλλάξανε δουλειές: άλλοι γίναν οικοδόμοι, άλλοι μαραγκοί και άλλοι σκουπιδιάρηδες. Τα πράγματα κινδύνευαν να εκτροχιαστούν αναπάντεχα και μόνιμα.

Μέχρι που κάποιος έζησε καλά και εμείς καλύτερα και τα πράγματα πήραν να διορθώνονται και οι γριές αρχίσαν να μιλάνε και η Χιονάτη βρήκε το γοβάκι της Σταχτοπούτας και τα βασιλόπουλα βγήκαν από τις ντουλάπες και οι συγγραφείς ξανάρχισαν να γράφουν και ανέβηκε ο τζίρος των εκδοτών. Ο πληθυσμός των παραμυθιών είναι συντηρητικοί νοικοκυραίοι και η ζωή τους είναι βαρετή παρόλη την περιπέτεια στην οποία μπαίνουν. Έχουν εξασφαλισμένη αρχή και σίγουρο τέλος.

***
η λεπτομέρεια είναι από πίνακα του Van der Weyden

Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

Δρόμοι αόρατοι


δρόμοι αόρατοι δρόμοι και άγνωστοι προορισμοί άσκοπες περιπλανήσεις ένας κόσμος σε κίνηση μια μέρα στάθηκες στο κέντρο της πόλης όπως διαδηλώνουν τα δέντρα και τα λουλούδια μόνο ο άνεμος σε έσπρωχνε στις δικές του εμμονές το μόνο χάδι που θα συνέκρινες ποτέ με αυτό της μάνας σου όταν μικρός που ήσουν μια φορά κι έναν καιρό σε σκέπαζε κάτι μέρες φωτεινές που η ζωή έξω βούιζε κι εσύ βυθιζόσουν στου ύπνου τον κόσμο τον παράξενο τίποτε-τίποτε άλλο παρά οι λέξεις που ο άνεμος σου ψιθυρίζει στο αυτί αφήνει στα χείλη σου οι λέξεις του ανέμου που αγκαλιάζουν το κορμί σου ομολογώντας τον έρωτα η ζωή είναι να σταθείς να τη δεις να φεύγει να πηγαίνει άγνωστο πού οι διαδρομές είναι φίδια το δηλητήριό τους είναι ο χρόνος αν σε δαγκώσουν θα γεράσεις στάσου στάσου στάσου άκου του κόσμου την αγωνία

μια γύφτισσα ζητάει ένα τσιγάρο στους περαστικούς "να σου πω ένα καλό" τους λέει και τους δίνει αυτό το ποίημα

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Μια μέρα θα πάρω


Μια μέρα,
θα πάρω το ποδήλατό μου και θα φύγω
- όχι γιατί θέλω να φτάσω κάπου μακριά
ή από κάπου να ξεφύγω.

Αλλά γιατί θα ισορροπώ πλέον μόνο στις δυο του ρόδες.
Και πουθενά αλλού.

Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Το παραμύθι του μικρού λουλουδιού που φύτρωσε δίπλα στον άντρα που είχε ξεραθεί


Μια φορά ήταν ένας άντρας που είχε ξεραθεί. Ούτε ένα φύλλο δεν ξεμύτιζε απ’ το σώμα ή τα λόγια του, ούτε μια υπόσχεση άνθησης ή καρποφορίας δεν πλημμύριζε την ψυχή του. Έστεκε εκεί με τα τσακισμένα και γυμνά κλαδιά του, περήφανο μνημείο της κακής του τύχης και της αδικίας της κοινωνίας. Ώσπου μια μέρα εμφανίστηκε κάπως αναπάντεχα δίπλα του ένα μικρό λουλούδι. Γρήγορα-γρήγορα ντύθηκε δυο-τρία πράσινα φυλλαράκια και στόλισε το κεφαλάκι του με ένα κατακόκκινο μπουμπούκι. Κι ο κόσμος που περνούσε από ‘κει, δεν απέστρεφε πια το βλέμμα του και θαύμαζε το λουλουδάκι. Τότε ο άντρας που είχε ξεραθεί θύμωσε. Και η απέχθεια είναι μια σχέση, όμως τώρα κανείς δεν τον απέφευγε, δεν του 'διναν καμία σημασία, όλοι κοιτούσαν δίπλα του. Και χαμογελούσαν.


Και τότε σήκωσε το πόδι του και έλιωσε το λουλούδι. Και ζήσαμε εμείς καλά.

***
ο πίνακας είναι του Michael Hafftka

Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Ερμού


Ήταν ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, σουρούπωνε. Οι νεραντζιές σκορπούσαν το ανθισμένο άρωμά τους στους περαστικούς, χίπστερ, νοικοκυραίους, εφήβους, ντόπιους και τουρίστες. Στον πεζόδρομο ξαπλωμένη η πραμάτεια των ρακοσυλλεκτών, πεσμένη σε πεδίο μάχης, ξεκοιλιασμένη, χρησιμοποιημένη, σαν τα φλούδια που φτύνεις των ξηρών καρπών ή σαν τους νεκρούς ήρωες μιας πατρίδας. Σπασμένα τηλέφωνα, τοστιέρες, φορεμένα παπούτσια, τσίτια, τσαλακωμένες τράπουλες, τραυματισμένα μπιμπελό.

Ήταν ένας άντρας, λερός, γύρω στα 60, είχε ένα ραδιοφωνάκι ανοιχτό, το πουλούσε κι αυτό. Την ώρα που περνούσα έπαιζε ένα τραγούδι του Καζαντζίδη, αργό, βαρύ, βασανισμένο. Γύρισε απότομα, έγειρε μπροστά σαν τα δέντρα που λυγάνε στον άνεμο, σήκωσε αργά τα χέρια, σαν να πετά και χόρεψε. Κι ήταν ο χορός του ακροβασία, παιχνίδι θανάτου. Σιωπηλός, μοναχικός σαν τη νύχτα που μάτωνε τον ορίζοντα στο βάθος. Σαν την ανάσα που σβήνει.


Πώς να χωρέσει σε ένα παραμύθι;