Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

Το παραμύθι του τέρατος


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα φοβερό κακό τέρας. Οι άνθρωποι το φοβόνταν γιατί τους έτρωγε και κατέστρεφε τις σοδειές και τις περιουσίες τους και καμιά φορά ερχόταν στα όνειρά τους, έβγαινε αγριεμένο μέσα από λίμνες σε ρομαντικές βαρκάδες, ή ξεπηδούσε από παιδικά κουτια ή έσβηνε το βλέμμα ενός αγαπημένου, όπως το κάρβουνο που κρυώνει πεθαίνοντας και γίνεται στάχτη. Το κακό τέρας κανείς δεν το αγαπούσε. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να διαφωνήσει αν η κακία του το έκανε μισητό ή αν το μίσος των ανθρώπων για τα τέρατα το έκανε κακό.

Ώσπου μια μέρα αγάπησε το τέρας ένας παραμυθάς. Η καρδιά του φλογιζόταν στη θέα του, τα μάτια του λίμνες γεμάτες νερό το κοιτούσαν με πόθο. Κι όταν ακόμη δεν το έβλεπε, τόσο πολύ το ποθούσε που το έβαζε στα παραμύθια του να υπάρχει. Μια μέρα το τέρας συνάντησε τον παραμυθά. Και τον έφαγε. Γιατί το τέρας είναι κακό.

Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

Το παραμύθι του Νάρκισσου


Μια φορά ήταν ένας άνθρωπος που όταν έβγαινε δεν πήγαινε πολύ μακριά. Περπατούσε γύρω-γύρω από τον εαυτό του και σε κοντινή απόσταση, ώστε αν συμβεί κάτι επικίνδυνο να προλάβει να μπει μέσα του να κρυφτεί. Μια μέρα, εκεί που περπατούσε, δίψασε κι έσκυψε σε ένα ποταμάκι να πιει νερό κι είδε να καθρεφτίζεται στην επιφάνεια ένας κακός λύκος με κοφτερά δόντια και κόκκινα μάτια που αμέσως τον άρπαξε και τον έφαγε.


Από τότε δεν ξαναβγήκε από μέσα του.

***
ο πίνακας είναι του Markus Lüpertz

Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Το παραμύθι του δράκου


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παιδί που πέθανε πριν γεράσει. Το μόνο που πρόλαβε να κάνει στη ζωή του είναι οι απίστευτα πολλές ώρες του παιχνιδιού με μικρούς στρατιώτες που περισσότερο πολεμούσαν για το δίκιο, παρά ερωτεύονταν. Έφτιαξε κάστρα πιο μικρά από το μπόι του και τα αυτοκίνητα που κινούσε με το χέρι του τα πήγε ταξίδια μέχρι την κουζίνα στο τέλος του διαδρόμου. Κι ύστερα κοιμήθηκε και ονειρεύτηκε δράκους και ξύπνησε φοβισμένος και οι δράκοι τον έκαψαν με τη φωτιά που βγήκε από τα σωθικά τους. Και η ζωή τελείωσε εκεί.


Όλοι οι άλλοι γύρω του που έζησαν πολλά χρόνια (κάποιοι κάποια στιγμή βαρέθηκαν ακόμη και τη ζωή τους) είχαν ένα θάνατο λίγο-πολύ κοινό και διόλου σπουδαίο. Κανείς από αυτούς δεν θα μπορούσε να πει πως τους σκότωσε ένας δράκος που βγήκε από το όνειρό τους.

***
ο πίνακας είναι του Max Beckmann

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Καλοκαιρινό παραμύθι


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δυο νέοι, ήταν μεσημέρι του καλοκαιριού, οι γρίλιες από το κλεισμένο παντζούρι τεμάχιζαν σε λωρίδες τα γυμνά τους σώματα που ιδρωκοπούσαν πεταμένα σε ένα φουρτουνιασμένο κρεβάτι μπλεγμένα χέρια, μηροί, πρόσωπα σαν σε πεδίο μάχης έγειρε τον φίλησε κι αποκοιμήθηκε.

Κι αν δεν υπήρξε παρά μόνο μία τελεία σε αυτό το κείμενο είναι γιατί η ζωή μόνο μια τελεία αναγνωρίζει.

***
ο πίνακας είναι του Max Beckmann

Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

Το παραμύθι με τις κότες


Μια φορά ήταν ένα κοτέτσι. Που είχε κότες. Οι κότες ζούσαν ευτυχισμένες εκεί, κρυμμένες από τη σαρκοβόρα δίψα των αλεπούδων και των λύκων. Οι άνθρωποι τις έτρεφαν καθημερινά με σπόρια καλαμποκιού, τις πάχαιναν και τις περιποιούνταν. Η κυρά Βούλα κάθε πρωί και απόγευμα, λίγο πριν κοιμηθούν, τους έβαζε νερό σε ένα μεγάλο δοχείο. Το καλοκαίρι τις δρόσιζε και το μεσημεράκι – ειδικά τις πολύ ζεστές μέρες. Το βράδυ τις κλείδωνε σε ένα σπιτάκι – για να τις προστατέψει βέβαια. Αν υπήρχε κάτι στενάχωρο στη ζωή τους ήταν που ολοένα κάποιο χέρι τους αφαιρούσε τα αυγά από τη φωλιά, αφήνοντας όμως πάντα ένα, που με τον καιρό κατάλαβαν πως δεν ήταν αληθινό. Αλλά ακόμη κι αυτό το προσφόλι τους ήταν αρκετό – μπορούσαν να υποκρίνονται πως αγνοούν τη φύση του. Με τον καιρό ξέχασαν το ρόλο του – και η μεγαλύτερη παραφωνία συνηθίζεται, αν θέλεις. Απολάμβαναν τις ορμές του κόκορα χωρίς τις αντίστοιχες υποχρεώσεις να ζεσταίνουν τον καρπό του και να φροντίζουν τα μικρά του. Ζούσαν μια ευτυχισμένη, μετρημένη ζωή.


Μια μέρα μπήκε στο κοτέτσι η κυρά Βούλα με ένα μαχαίρι και έσφαξε τις κότες. Όλες φορέσαν ένα κόκκινο φόρεμα και γδύθηκαν τα πλουμιστά φτερά τους. Το μαχαίρι είναι το τίμημα των προστατευμένων.

***
ο πίνακας είναι του Michelangelo Merisi da Caravaggio