Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

Το παραμύθι της αυτοκτονίας



Μια φορά κι έναν καιρό, σαν και τον αποψινό, ήταν ένα φθινοπωρινό απόγευμα. Ένας άντρας βρισκόταν μέσα στο σπίτι του και η ψυχή του τον βάραινε. Πήγε λοιπόν στο δωμάτιο του γιου του, άνοιξε την ντουλάπα, έβγαλε από 'κει ένα κουτί με στρατιωτάκια και τα έστησε στο πάτωμα. Να τον σημαδεύουν τα έστησε, άλλα όρθια μα γυρτά προς τα εμπρός με τα τουφέκια τους προτεταμένα και άλλα πρηνηδόν, δεκάδες όμορφες στολές και σιωπηλά παραγγέλματα. Κι όταν το πάτωμα γέμισε στρατιώτες, κάθισε απέναντί τους, έδεσε τα μάτια του με ένα πανί, έκανε ένα τσιγάρο και δολοφονήθηκε.

Οι άνθρωποι είπαν πως αυτοκτόνησε, αλλά εμείς ξέρουμε ποιοι το σκότωσαν.


***
Το χαρακτικό είναι του Ernst Ludwig Kirchner

Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

το παραμύθι της παντόφλας


Μια φορά κι έναν καιρό μια γυναίκα γερνούσε μέσα σε ένα σπίτι. Και το σπίτι γερνούσε μαζί της, η βροχή κι ο αέρας δοκίμαζαν την αντοχή των υλικών τους, ο χρόνος που περνούσε  από 'κει έπαιρνε μαζί του σοβάδες και γέλια και χανόταν στου δρόμου την άκρη και τα αδιέξοδα. Τα αδιέξοδα είναι ο μόνος σίγουρος προορισμός που μπορείς να φτάσεις. Όταν ένας άνθρωπος ή ένα σπίτι γερνούν, οι σκιές μεγαλώνουν, γίνονται φαντάσματα και εφιάλτες.

Μια μέρα η γυναίκα πέθανε. Το σπίτι της ρήμαξε. Αν έμπαινες, θα έβρισκες σκόρπια αντικείμενα του σπιτιού πεταμένα στο πάτωμα, άνευ αξίας. Όσα είχαν μια κάποια τιμή τα είχαν πάρει όσοι μπούκαραν στο σπίτι μετά το θάνατό της. Μου άρεσε να μπαίνω κι εγώ, έβρισκα κοντά στο ξεχαρβαλωμένο κρεβάτι της μια βρώμικη πια, πάνινη, μαλακιά παντόφλα και σκεφτόμουν πως κάποιο βήμα θα είχε μείνει εκεί πέρα μετέωρο. Μια δυνατή βροχή ύστερα από καιρό γκρέμισε τη σκεπή, δεν ξαναμπήκα στο σπίτι.


Τώρα πια γερνάω κι εγώ στο δικό μου σπίτι. Κι αυτό μαζί μου. Τα βράδια καμιά φορά μιλάω με τα φαντάσματα, κι αυτά που μου λένε σας τα γράφω στις ιστορίες μου. Προτιμώ να περπατάω ξυπόλητος, για να μην μείνει εκείνη την ώρα κανένα βήμα μετέωρο.

***
ο πίνακας είναι της Χριστίνας Δημητριάδη

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Το παραμύθι της κοιμισμένης γυναίκας



Κάποτε, στην άκρη του καιρού, μια γυναίκα καθόταν σε μια κουνιστή πολυθρόνα. Την είχε πάρει ο ύπνος, στα χέρια της κρατούσε ένα βιβλίο, τα μάτια της ήταν κλειστά κι ένα χαμόγελο σχεδόν ανεπαίσθητο ζωγραφιζόταν στο πρόσωπό της. Μέσα στο όνειρό της ένας γυμνός άνδρας ήρθεπρος το μέρος της, την πήρε από το χέρι και για ώρα περπατούσαν σε ένα λιβάδι γεμάτο παπαρούνες, ο ήλιος του απογεύματος χάιδευε στοργικά το περίγραμμα των σωμάτων τους, ένα πουλί γλυκά κελαηδούσε. Το τραγούδι του πετούσε στον αέρα, μαστίγωνε την ησυχία των νεκρών, έδινε ρυθμό στις πεταλούδες και τρύπωνε στα λαγούμια των ποντικών του αγρού που σε ένα παλιό παραμύθι μάζεψαν μια μέρα δυο αλλαξιές ρούχα και κίνησαν για τη μεγάλη πόλη, να πάνε επίσκεψη στους συγγενείς τους που έμεναν εκεί. Οι ποντικοί της πόλης ζουν στους υπονόμους που καταλήγουν στη θάλασσα, εκεί ξερνάνε τις βρωμιές των ανθρώπων αυτά τα τεράστια σκουλήκια. Τα σκουλήκια ροκανίζουν το χρόνο αθόρυβα – σε λίγο θα φτάσουμε στην άκρη του καιρού. Χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι καλά-καλά.

***
ο πίνακας είναι του Ernst Ludwig Kirchner

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Ο χάρτης του βασιλιά


Μια φορά ζούσε σε μια πολιτεία ένας άνθρωπος που έφτιαχνε χάρτες, αυτή ήταν η δουλειά του: έφτιαχνε χάρτες του κόσμου γιατί οι άνθρωποι ήθελαν να ξέρουν πώς είναι ο κόσμος που ζουν και οι χάρτες είναι μια κάποια αποτύπωση του κόσμου. Κι επειδή ήταν πολύ καλός στη δουλειά του κι ευσυνείδητος χαρτογράφος, οι χάρτες του άλλαζαν μορφή, θέμα, προσανατολισμό και σχήμα για κάθε άνθρωπο που τους κοιτούσε. Άλλοι έφευγαν από το μαγαζί του κρατώντας έναν καθρέφτη (αφού ο κόσμος γι’ αυτούς ήταν μονάχα ο εαυτός τους), άλλοι με τις ηπείρους στην καθορισμένη θέση - πάνω το βόρειο ημισφαίριο, κάτω το νότιο – (γιατί γι’ αυτούς ο κόσμος έχει μια αδιαμφισβήτητη στιβαρότητα), άλλοι με τον κόσμο ανάποδα (γιατί γι’ αυτούς δεν υπάρχει «ίσιος» κόσμος) κι άλλοι που δεν αναγνωρίζουν τον κόσμο που ζουν, έφευγαν με μια υδρόγειο σφαίρα με παράξενες, φανταστικές ηπείρους, κόκκινες θάλασσες και μυθικά τέρατα.

Μια μέρα ο βασιλιάς της πολιτείας κάλεσε στο παλάτι του το χαρτογράφο, και του είπε πως η φήμη του είναι μεγάλη και πως δεν είναι δυνατόν αυτός να μην έχει ένα χάρτη ιδιαίτερο, μοναδικό, άξιο του αξιώματός του, φτιαγμένο από τα χέρια του υπηκόου του και πως περιμένει από εκείνον να του φτιάξει ένα σπουδαίο χάρτη του βασιλείου του. Του έδωσε μάλιστα γι’ αυτόν σακιά χρυσά νομίσματα και πολύτιμους λίθους κι ένα μεγάλο κόκκινο ρουμπίνι.


Οι άνθρωποι της πολιτείας είδαν το χαρτογράφο να βγαίνει προβληματισμένος από το παλάτι και να μονολογεί πώς αυτός ο χάρτης θα ήταν ο πιο διαφορετικός από όλους τους άλλους. Την επόμενη μέρα έκλεισε το μαγαζί του, όσοι περνούσαν απέξω παραξενεύτηκαν βλέποντάς το χωρίς ζωή και κίνηση κι ανάσα καμιά. Τα χρόνια πέρασαν, κανείς δεν ξανάδε το χαρτογράφο, το σπίτι του ρήμαξε, το γκρέμισε η βροχή κι ο χειμώνας και οι άνθρωποι ξέχασαν, κι ο βασιλιάς θύμωσε που σκόρπισε τόσο πλούτο άσκοπα. Ύστερα ήρθαν νέοι χαρτογράφοι στην πόλη, οι χάρτες τους ήταν ολόιδιοι για κάθε άνθρωπο. Ο κόσμος πήρε τη μόνιμη θέση του πια στους χάρτες χωρίς να πάψει ωστόσο ποτέ να αλλάζει. Αυτός ο κόσμος ήταν πια ο χάρτης του βασιλιά.

***
ο πίνακας είναι του Μιχάλη Μανουσάκη