Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

Το παραμύθι της μικρής μας πόλης


Ήταν μια γυναίκα που περπατούσε στη μικρή μας πόλη. Όλοι μας ξέραμε πως δεν ήταν μόνη της. Μέσα της περπατούσαν δεκάδες άλλοι άνθρωποι, δεν πήγαιναν όλοι μαζί της, κάποιοι απλά περνούσαν από μέσα της προς διάφορες κατευθύνσεις, άλλοι στέκονταν ψάχνοντας προσανατολισμό, σκοπό, λόγο, άνθρωποι που αρνούνταν να αλλάξουν θέση, να φύγουν ή να επιστρέψουν, νεκροί ή ερωτευμένοι. Ένας ολόκληρος κόσμος εντός της, συχνά αναρωτιόμασταν πώς μπορούσε να σηκώνει το βάρος του.


Μια μέρα η γυναίκα που περπατούσε στη μικρή μας πόλη πέθανε. Κι όλος αυτός ο κόσμος που ήταν μέσα της, βγήκε έξω στο φως. Άνθρωποι σαν κι εμάς, νεκροί κι ερωτευμένοι και αργόσχολοι και βιαστικοί, παιδιά, γριές κι εργαζόμενοι. Κι η πόλη μας μεγάλωσε ξαφνικά κι η κίνηση εντός της αυξήθηκε. Άνθρωποι που έφευγαν, άλλοι που έρχονταν και κάποιοι που στέκονταν. Καμιά φορά σκέφτομαι πως η πόλη μας είναι το σώμα μιας γυναίκας, μέσα της περπατούμε. Προς διάφορες κατευθύνσεις.

***
Το σχέδιο είναι του Paul Delvaux

Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

Το παραμύθι του άντρα της βροχής


Μια νύχτα που έβρεχε, από τον ουρανό έπεσε ένας άντρας. Τον είδαμε από τα παράθυρα των σπιτιών μας να περπατάει γυμνός στους δρόμους. Και την άλλη μέρα να κοιμάται του καλού καιρού στο πάρκο, σ’ ένα παγκάκι. Κάποιος του έδωσε δυο ρούχα να φορέσει, όχι για να μην κρυώνει, αλλά για να καλύψει τη γύμνια του. Αφού δεν είχε όνομα κι ούτε προφανώς τον ενδιέφερε να έχει (πάντως κανείς μας δεν τον ρώτησε) τον είπαμε «ο άντρας της βροχής».


Όποτε βρέχει τις νύχτες, εκείνος περπατάει στους δρόμους, όμως ούτε γυμνός είναι, ούτε ανώνυμος πια. Κι εμείς κοιμόμαστε ήσυχοι στα κρεβάτια μας, αφού μόνο ό,τι δεν κρύβεται ή δεν έχει όνομα μπορεί να μας κρατήσει ξύπνιους.

***
το σχέδιο είναι του Pablo Picasso 

Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Το παραμύθι των παραμυθιών και των ονείρων


Κάποτε τα παραμύθια κουράστηκαν να παραμυθιάζουν τους ανθρώπους. Δεν είναι πως δεν είχαν όρεξη πια να πουν ιστορίες, ν’ αφηγηθούν μάχες του πολέμου και του έρωτα, δοκιμασίες και κατορθώματα. Όχι δεν είναι κάτι τέτοιο. Είναι που δεν άντεχαν πια τον πόνο και την αγωνία, που δεν άντεχαν πια να σπέρνουν, να φροντίζουν, να καλλιεργούν, να κλαδεύουν, να ποτίζουν και τελικά να θερίζουν ελπίδα για τις ψυχές των ανθρώπων. Ο πόνος των ανθρώπων ήταν αχόρταγος και τα παραμύθια είχαν πια εξαντληθεί, δούλευαν ασταμάτητα, αυξάνοντας μέρα με τη μέρα την παραγωγή τους. Ώσπου μια μέρα έπεσαν λιπόθυμα κάτω.


Όταν τα παραμύθια σταματούν, εκκινούν τα όνειρα. Μετά το τέλος των παραμυθιών τα όνειρα έφυγαν από τον ύπνο των ανθρώπων, δραπέτευσαν από το υποσυνείδητο κι ορμητικά ξεχύθηκαν στα λόγια και τις σκέψεις τους, κι ο κόσμος πήρε πάλι μπροστά κι αναστάτωση μεγάλη έγινε κι όλοι άρχισαν να σπέρνουν την ελπίδα, γιατί τα όνειρα δεν έχουν τέλος, έχουν μονάχα αρχή. Κι η ελπίδα ξανάρθε στις ψυχές των ανθρώπων και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

***
ο πίνακας είναι του Max Ernst

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Δεν θέλω να είμαι



Πριν από χρόνια ξύπνησα ένα πρωί. Έμενα τότε στα προσφυγικά της Αλεξάνδρας, το κρεβάτι μου ήταν δίπλα στο παράθυρο και πάντα κοιμόμουν με ανοιχτά τα παντζούρια. Το φως του ήλιου έμπαινε το πρωί μέσα στο σπίτι χαϊδεύοντας σιγά-σιγά το κρεβάτι, το χαλί, τα βιβλία και τα ρούχα μου κι όλα ξυπνούσαν. Πρέπει να έβγαινα από κάποιο υπέροχο όνειρο γιατί με το που άνοιξα τα μάτια μου ένιωσα μια παράδοξα έντονη ευτυχία που ήμουν ζωντανός. Ξαπλωμένος στο πλάι κοιτούσα τα δάχτυλα του χεριού μου να λούζονται στο φως και ήμουν χαρούμενος, τα κουνούσα και με εντυπωσίαζε το θαύμα της ζωής κι η ομορφιά τους. Νομίζω πως δεν έχω νιώσει πάλι τόση ευτυχία.

Ανακαλώ καμιά φορά αυτή τη μνήμη γιατί μου θυμίζει πώς αξιολογώ εγώ τη ζωή, τι θεωρώ σημαντικό, τι πραγματικά θέλω από αυτήν. Καθώς ξοδεύομαι σε ένα διαρκές και αδιάκοπο και αγχωτικό πηγαινέλα με ανθρώπους και ρόλους και υποχρεώσεις, άλλοτε με τεντώνουν επικίνδυνα και άλλοτε με καλοπιάνουν με μικρές χαρές, νομίζω πως επιταχύνω το χρόνο – που ούτως ή άλλως είναι μετρημένος, συγκεκριμένος, αμετάκλητος. Ξέρω πως για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή και πως οι εποχές μας συντηρούν απλά το πνεύμα της επανάστασης και δεν δουλεύουν γι’ αυτήν (όσο αναγκαία και αν είναι). Ουσιαστικά περιφρονώ τους ανθρώπους της απραξίας και θαυμάζω τους ανθρώπους της δράσης – αν και πια ξέρω πως οι τελευταίοι δεν είναι καλύτεροι από τους άλλους, είναι απλά χαλασμένοι, σαν τους ποιητές και αυτοί: φτιαγμένοι και καταδικασμένοι να δρουν. Η δράση είναι αδυσώπητος αγώνας, σε δοκιμάζει, σε θέλγει, σε νικάει, σε ενθαρρύνει, σου χαρίζει το σώμα της αλλά όχι την ψυχή της. Προτιμώ την ποίηση – αν μπορούσα να την κάνω δική μου νομίζω πως θα ξανάνιωνα την ευτυχία εκείνου του πρωινού. Γιατί η ποίηση είναι ο κόσμος που ονειρευτήκαμε και φτιάξαμε, αν υπάρχει είναι ένα θέμα που κανέναν (πόσο μάλλον εμάς) δεν ενδιαφέρει. Η τέχνη είναι νομίζω τρυφερή και βίαιη μαζί. Η δράση είναι μόνο βίαιη, και η απραξία σοφή, δεν θέλω να είμαι ούτε βίαιος ούτε σοφός.

Μου αρέσουν τα παραμύθια. Για την τρυφερή και βίαιη ειρωνεία τους μου αρέσουν, που νοιάζεται για τους αγώνες των ανθρώπων χαρίζοντας τη νίκη πάντα στο καλό, αλλά που στο τέλος με αυτό το «ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» κλείνει το μάτι στο αναπόφευκτο παιχνιδιάρικα.

***
Ernst Ludwig Kirchner

Τετάρτη, 11 Οκτωβρίου 2017

Το παραμύθι του άντρα που διάβαζε


Μια φορά ένας άντρας αγόρασε ένα τετράδιο με λευκές σελίδες. Οι άνθρωποι θεώρησαν πως το χρειαζόταν για να γράψει κάτι εκεί ο ίδιος ή τα παιδιά του. Την επόμενη μέρα τον είδαν να κάθεται στη βεράντα του σπιτιού του και να το διαβάζει. Από το πρωί ως το βράδυ. Και παραξενεύτηκαν ακόμη περισσότερο την επόμενη μέρα που τον είδαν πάλι να διαβάζει τις λευκές σελίδες – κάποιος τον ρώτησε και ο άνθρωπός μας του είπε πως οι λευκές σελίδες δεν είναι άδειες, ούτε οι γραμμένες γεμάτες. Οι μέρες πέρασαν και οι άνθρωποι συνήθισαν να τον βλέπουν εκεί. Μετά από καιρό κάποιος τον ρώτησε «μα πάντα το ίδιο θα διαβάζεις;»

***
ο πίνακας είναι του Gonzalo Cienfuegos

Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2017

Πλένοντας τα πιάτα της Κυριακής


Ξέρεις ξέρω πόσο πολύ ξοδεύω για το λίγο – δεν είναι η πρώτη φορά που αναρωτιέμαι αν αξίζει. Δεν βοηθάει κι ο καιρός. Ποτέ δεν με βοήθησε. Αυτά τα κρύα απογεύματα, τα συννεφιασμένα, είναι η ανάσα μου που δυσκολεύεται. Αν δεν ήμουν άνθρωπος, θα ήμουν ένα τέτοιο απόγευμα. Χωρίς πολύ κόσμο, μόνο με λίγους διαβάτες στους δρόμους, σκυμμένους προς τα μέσα τους και με αυτό το κάτι που πάντα περισσεύει ή πάντα λείπει – ποτέ δεν μπόρεσα να διαχωρίσω αυτές τις δύο καταστάσεις, ίσως γιατί ό,τι περισσεύει από κάπου λείπει. Αυτό το ξόδεμα λοιπόν στα «δημόσια πράγματα» δεν είναι ελπιδοφόρο, αναγκαίο ίσως, αλλά ελπιδοφόρο όχι. Πολύ το λίγο των ανθρώπων αυτή την εποχή και δεν ξέρω ποιος κάνει ταμείο με αυτό που λείπει. Πάντως όχι εγώ.

Χθες το απόγευμα σκεφτόμουν πλένοντας τα πιάτα της Κυριακής πόσο θα ήθελα να ταξιδέψω στη Χιλή. Να υπάρχει τελικά η άλλη άκρη της γης, είναι μια μπάλα δεμένη στα πόδια μας αυτός ο πλανήτης ή μήπως φτάνοντας στην άκρη του ωκεανού θα χαθούμε στην άβυσσο; Θα ‘θελα να πιω κρασί στους δρόμους του Σαντιάγο, να με γράψει κάποιος στον τοίχο μιας λαϊκής γειτονιάς, ας πούμε να μείνω εκεί σαν ένα σύνθημα ή σαν ποίημα του Νερούντα «θέλω να κάνω μαζί σου αυτό που κάνει κι η άνοιξη στις κερασιές». Κατοικούμε στους τόπους των βιβλίων που αγαπήσαμε, όμως πόσο θα ήθελα να τους δω, να μυρίσω τις μυρωδιές τους, να γευτώ τις γεύσεις τους, να ερωτευτώ τους ανθρώπους τους, να ‘μαι εγώ το λίγο κι εκείνοι το πολύ μέσα στο οποίο θα χαθώ ψάχνοντας. Να ‘μαι εγώ αυτό που λείπει κι εκείνοι αυτό που περισσεύει.


Ακόμη κι η γραφή γυρίζει γύρω από τον εαυτό της, δεν τολμά να δραπετεύσει, να φύγει χωρίς επιστροφή. Οι σκέψεις σαν το κύμα επαναλαμβάνονται, χτυπούν την ίδια παραλία ξανά και ξανά, σαν να μην ξέρουν πως θα το κάνουν αιώνια, σαν να μην θυμούνται πως πάντα αυτό έκαναν. Βαρετή αυτή η επιμονή.

***
ο πίνακας είναι του Gonzalo Cienfuegos