Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

Η Παγκόσμια Πρωτεύουσα του Βιβλίου ως επικοινωνιακό βαρελότο;

[Αναδημοσίευση άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην Εφημερίδα των Συντακτών στις 18/11/2017]


Αυτές τις μέρες αρχίζει σιγά σιγά να ξεφυλλίζεται στον δημόσιο χώρο ένα ιδιότυπο βιβλίο. Το εξώφυλλό του λέει «Αθήνα - Παγκόσμια Πρωτεύουσα του Βιβλίου», όμως εμείς ακόμη δεν ξέρουμε τον συγγραφέα ή τον εκδότη του, αλλά και για τον τίτλο του ακόμη δεν είμαστε σίγουροι. Και για το περιεχόμενο, μόνο γενικόλογες εξαγγελίες γνωρίζουμε. Αλλά και κάποιες ανησυχητικές λεπτομέρειες…

Η Αθήνα θα είναι από τον ερχόμενο Απρίλιο και για έναν χρόνο η 18η Παγκόσμια Πρωτεύουσα του Βιβλίου. Αυτό απoφάσισε η UNESCO έπειτα από την αξιολόγηση της πρότασης του δήμου της Αθήνας και την αξιόλογη δουλειά της αντιπροέδρου (τότε) του ΟΠΑΝΔΑ, Αβας Χαλκιαδάκη.

Η ανάληψη ξάφνιασε προφανώς τον δήμο, ο οποίος κατέφυγε για τον σχεδιασμό των δράσεων σε μια δοκιμασμένη λύση: απευθύνθηκε στον Γιάννη Τροχόπουλο, τον αποπεμφθέντα τρόπον τινά από το Ιδρυμα Νιάρχου (θα θυμάστε εκείνες τις άστοχες δηλώσεις του σε εκδήλωση της Τραπέζης της Ελλάδος – «δεν είμαι σίγουρος ότι η (Εθνική) Βιβλιοθήκη θα μπορέσει να μπει και να λειτουργήσει, ούτε μπορώ να σας το διαβεβαιώσω. Αλλά δεν θα μου είναι δυσάρεστο αν δεν μπορέσει να λειτουργήσει»).

Η διοργάνωση αμέσως προκάλεσε το ενδιαφέρον των ανθρώπων του βιβλίου στη χώρα μας και παρά την «πικρή» προϋπηρεσία σε φαραωνικές διοργανώσεις, όλοι υποδέχτηκαν την είδηση με θέρμη, διάθεση συμμετοχής και ιδέες. Η οικονομική κρίση έχει δοκιμάσει φρικτά και τον χώρο του βιβλίου αυτά τα χρόνια και τους ανθρώπους του. Τι θα περίμενε λοιπόν κανείς από την «Αθήνα – Παγκόσμια Πρωτεύουσα του Βιβλίου»;

Καταρχάς την ανάδειξη της βιβλιακής ιστορίας μας, με τα τοπικά και διεθνή χαρακτηριστικά της. Η έκθεση του τοπικού στοιχείου στο διεθνές κοινό είναι μια εξωστρεφής κίνηση. Θα μπορούσε κανείς να περιμένει και το αντίστροφο, το διεθνές δηλαδή να κάνει στάση στην Αθήνα, η Αθήνα να γίνεται σταθμός για τα βιβλία του κόσμου.

Κρίσιμο στοιχείο της διοργάνωσης είναι επίσης η Αθήνα να επιδιώξει να γίνει πρέσβης και της υπόλοιπης Ελλάδας. Να μιλήσει στην παγκόσμια κοινότητα για λογαριασμό συνολικά του ελληνικού βιβλιακού πολιτισμού. Συναφές επίσης, ο τόπος της διοργάνωσης να μην είναι μόνο ο δήμος της Αθήνας, αλλά και οι περιφερειακοί δήμοι του λεκανοπεδίου ή και άλλοι δήμοι της χώρας.

Εν τέλει, ποιοι θα δουλέψουν για όλα αυτά, ποιοι καλούνται να συμβάλουν με ιδέες, ανθρώπους, υλικό, δράσεις, υποδομές και χρήμα; Ποια θα είναι η συμμετοχή βιβλιοθηκών, εκδοτικών οίκων, συγγραφέων, εικονογράφων, μεταφραστών, βιβλιοδετών, βιβλιοπωλείων, παλαιοβιβλιοπωλείων, πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, σχολείων και δασκάλων, καλλιτεχνικών φορέων, μουσείων, επιμελητηρίων στον σχεδιασμό και την υλοποίηση της διοργάνωσης;

Από τους διοργανωτές μιας τέτοιας διοργάνωσης θα περίμενε κανείς κοινωνική αγωνία, οραματικό πλαίσιο και αίσθημα ευθύνης. Η Αθήνα του 2018 είναι η Αθήνα της Κρίσης, πρωτεύουσα πρώτα μιας χρεοκοπημένης χώρας και ύστερα του βιβλίου. Πώς εργαλειοποιούνται τα στοιχεία για τη χαμηλή φιλαναγνωσία των Ελλήνων, την υποχρηματοδότηση των βιβλιοθηκών, τις ζημιές και τα χρέη της εκδοτικής παραγωγής στον σχεδιασμό της διοργάνωσης;

Ποια κοινωνικά ζητήματα συνδέονται με τα βιβλία και τους ανθρώπους τους στην παγκόσμια πρωτεύουσα της κρίσης; Η φτώχεια, ο ρατσισμός, η ανεργία, οι μετανάστες, τα ΜΜΕ και ο ρόλος τους, η σεξουαλικότητα, το περιβάλλον, τα ανθρώπινα δικαιώματα;

Τι έχει γίνει λοιπόν μέχρι τώρα; Σχεδόν κανείς δεν ξέρει. Οι βιβλιοθήκες της Αθήνας, πλην της Δημοτικής, δεν έχουν κληθεί να συμμετάσχουν. Οι εκδότες απορούν όταν τους ρωτάς και οι συγγραφείς το ίδιο. Ποιος σχεδιάζει λοιπόν όσα θα γίνουν και με ποιους θα παρουσιάσει στον διεθνή χώρο την Παγκόσμια Πρωτεύουσα του Βιβλίου;


Από ό,τι φαίνεται, το κλειδί το έχει στα χέρια του κυρίως ο… μοναχικός Γιάννης Τροχόπουλος. Αυτός ξέρει, αυτός εισηγείται, αυτός οργανώνει και αυτός θα μοιράσει το χρήμα σε όσους θα συνεργαστούν μαζί του. Ποια θα είναι η Παγκόσμια Πρωτεύουσα;

Η «Παγκόσμια Πρωτεύουσα του Βιβλίου» θα είναι λοιπόν πέντε αφιερώματα: μελοποιημένη ποίηση (έξι εκδηλώσεις λόγου και μουσικής), η προσφυγιά και η μετανάστευση μέσα από τη λογοτεχνία (παρουσίαση έργων), ιστορία της Αθήνας (συζητήσεις, έκθεση βιβλίων και καρτ-ποστάλ, προβολή ντοκιμαντέρ), η ελληνική ιστορία στη λογοτεχνία (συζητήσεις, έκθεση βιβλίων) και οι περιηγητές στην Αθήνα του χθες (αναγνώσεις κειμένων).

Θα είναι επίσης πέντε εκθέσεις: ιαπωνικών χαρακτικών, καλλιγραφίας και χαρακτικών, τέχνης και τυπογραφίας, έκθεση βιβλίων του Αλέξη Ακριθάκη, έκθεση χειρόγραφων επιστολών από και προς τη γνωστή λαογράφο Αγγελική Χατζημιχάλη. Η «Παγκόσμια Πρωτεύουσα του Βιβλίου» θα είναι επίσης μια συναυλία με μελοποιημένα ποιήματα του Λόρκα και τρία προγράμματα «δημιουργικής μάθησης ενηλίκων» (δραματοποίηση αποσπασμάτων λογοτεχνικών έργων, χορωδιακές εκδηλώσεις μελοποιημένης ποίησης, δημιουργική γραφή).

Οι χώροι που θα φιλοξενήσουν τις δράσεις είναι η Δημοτική Βιβλιοθήκη της Αθήνας, η Δημοτική Πινακοθήκη, το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης, χώροι αποκλειστικής χρήσης και ιδιοκτησίας του Δήμου Αθηναίων.

Οι εκδηλώσεις αυτές θα κοστίσουν στον δήμο της Αθήνας 620.000 ευρώ. Τα πέντε αφιερώματα, οι πέντε εκθέσεις, η συναυλία και τα «προγράμματα δημιουργικής μάθησης» θα στοιχίσουν συνολικά 128.000 ευρώ. 72.000 ευρώ έχει κόστος ο «συντονισμός και η οργάνωση των διαδικασιών για την εκπόνηση των δράσεων» (;) και 300.000 ευρώ η επικοινωνία για τις δράσεις. 120.000 ευρώ είναι ο ΦΠΑ.

Για όσους θα έψαχναν κάτι αντίστοιχο με τον τίτλο της διοργάνωσης, τις τυμπανοκρουσίες της ανάληψης, τη φήμη των οργανωτών, δυστυχώς το ταξίδι τελειώνει εδώ. Αυτή θα είναι η Αθήνα ως Παγκόσμια Πρωτεύουσα του Βιβλίου και ίσως κάποιες επιπλέον παράλληλες δράσεις Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, χρηματοδοτούμενες από το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος για λογαριασμό των «Ανοιχτών Σχολείων» (το πρόγραμμα που συντονίζει και εισηγείται η αντιδήμαρχος για το Παιδί, Μαρία Ηλιοπούλου).

Τι μπορεί να συμπεράνει κανείς από όσα σχεδιάζονται, κυκλοφορούν σε οργανισμούς, Περιφέρεια και υπουργεία και σύντομα θα ανακοινωθούν; Καταρχάς διαπιστώνουμε παντελή απουσία του χώρου του βιβλίου, τόσο στον σχεδιασμό όσο και στην οργάνωση των δράσεων: πουθενά οι εκδότες, οι βιβλιοθήκες, οι συγγραφείς, οι εικονογράφοι, οι μεταφραστές, τα βιβλιοπωλεία. Επειτα, είναι αποκαλυπτική και διαυγής η αντίληψη της διοργάνωσης κυρίαρχα ως ένα επικοινωνιακό πυροτέχνημα (όχι ιδιαίτερα εντυπωσιακό εδώ που τα λέμε), παρά ως ένα ουσιαστικό εγχώριο ή διεθνές αποτύπωμα στον χώρο του βιβλίου.

Η διοργάνωση θα δαπανήσει για τις δράσεις της μόνο το 25% των χρημάτων από τον προβλεπόμενο προϋπολογισμό. 14% για κάτι που μάλλον ερμηνεύεται ως οργανωτικό κόστος και 61% για επικοινωνία. Οι Αθηναίοι δημότες δηλαδή θα χρεωθούν 300.000 ευρώ για να τους πει ο δήμος της Αθήνας τι θα τους δείξει… Ακόμη κι έτσι έχει ενδιαφέρον πόσοι θα φάνε ψωμί ή παντεσπάνι από τη διακίνηση αυτού του χρήματος: εργαζόμενοι, καλλιτέχνες και δημιουργοί ή τελικά φιλικές εταιρείες επικοινωνίας (ή προπαγάνδας αν θέλετε);


Από την ανάλυση όσων σχεδιάζονται μπορεί κανείς να εξαγάγει και άλλα συμπεράσματα ή να αναπτύξει εύλογες απορίες: η διοργάνωση δεν θα απλωθεί σε όλες τις γειτονιές της Αθήνας, παρά μόνο σε αυτές όπου υπάρχουν δημοτικά κτίρια (η 5η Δημοτική Κοινότητα δεν θα φιλοξενήσει καμία).

Η διοργάνωση δεν θα ασχοληθεί «με τη διάδοση της ανάγνωσης, με τη διευκόλυνση της πρόσβασης στη γνώση και την πληροφορία, την επέκταση του δικτύου των βιβλιοθηκών, τη μετάφραση Ελλήνων συγγραφέων στο εξωτερικό, την τουριστική ανάπτυξη της Αθήνας, την αύξηση του συνεδριακού τουρισμού και τελικά την ανάδειξη της Αθήνας σε προορισμό σύγχρονου πολιτισμού», όπως είχε υποσχεθεί πέρυσι ο Γιώργος Καμίνης παρουσιάζοντας την ελληνική πρόταση για την Παγκόσμια Πρωτεύουσα του Βιβλίου.

Σε όσα σχεδιάζονται δεν συμμετέχουν ή δεν ρωτήθηκαν ή δεν κλήθηκαν οι βιβλιοθήκες της Αθήνας. Αβλεψία ή άποψη από τον Γιάννη Τροχόπουλο; Ούτε καν η Εθνική Βιβλιοθήκη! Ακόμη κι αν κάποιοι εκδότες ρωτήθηκαν αν θα έβαζαν τις παρουσιάσεις και τις εκδηλώσεις τους την ερχόμενη χρονιά κάτω από τη μαρκίζα ή το «καπέλο» της Παγκόσμιας Πρωτεύουσας Βιβλίου, το αρνήθηκαν, αφού αυτό δεν αποτελεί επ’ ουδενί συνεργασία. Ο βιβλιακός πολιτισμός που θα αναδειχθεί (…) την ερχόμενη χρονιά είναι μονάχα ο κόσμος της λογοτεχνίας;

Πού είναι οι επιστήμες; Πού είναι τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα; Στις… πασέ συναυλίες μελοποιημένης ποίησης προφανώς δεν χωρούν το ψηφιακό βιβλίο, ο κοινωνικός χώρος της ανάγνωσης, η ενεργοποίηση της κοινωνίας των πολιτών (και όχι των ΜΚΟ), η προσβασιμότητα στη γνώση και τα μέσα της, τα συνέδρια βιβλιοθηκών ή συγγραφέων. Σε όσα σχεδιάζονται, τέλος, δεν μιλάμε για υποδομές, αλλά για δράσεις, δεν μιλάμε για βάσεις, αλλά για αέρα που γρήγορα θα σκορπίσει.

Αν όσα σχεδιάζονται και έπεσαν στην αντίληψή μας είναι και όσα τελικά θα υλοποιηθούν την ερχόμενη χρονιά, είναι πολύ πιθανό (αν όχι απόλυτα βέβαιο) πως θα μιλάμε για μια ερασιτεχνική, σκανδαλώδη και παρακατιανή διοργάνωση που μετέτρεψε μια καλή ιδέα, μια χρήσιμη ευκαιρία, σε one man show αξίας 620.000 ευρώ (με ΦΠΑ)!

Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

Το παραμύθι του προσώπου στον καθρέφτη


Ένα πρωί ένας άνθρωπος σηκώθηκε από το κρεβάτι του για να πάει στη δουλειά του. Μισοκοιμισμένος ντύθηκε, έδεσε τα κορδόνια των παπουτσιών του και πήγε στο μπάνιο να πλυθεί. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Για λίγο στάθηκε σαν να επιβεβαίωνε πως είναι αυτός που βλέπει απέναντί του ή έστω το είδωλό του. Σκέφτηκε πως τα μάτια του ίσως είχαν χάσει τη σπίθα που θυμόταν, τα μαλλιά έμοιαζαν κάπως σαν πρόχειρα βαμμένα σε παιδική ζωγραφιά, άσπρες γραμμές πρόβαλαν ανάμεσα στις μαύρες. Έσκυψε το κεφάλι σαν ηττημένος, άπλωσε βιαστικά το παγωμένο νερό πάνω του και σκουπίστηκε με την πετσέτα που κρεμόταν στο πλάι. Έκλεισε τα φώτα, κλείδωσε την πόρτα και βγήκε στους δρόμους του κόσμου. Αφήνοντας πίσω το πρόσωπό του, όπως έκανε χρόνια τώρα.


***
το πορτραίτο είναι της Käthe Kollwitz

Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Με λένε Έμιλυ!


Καιρό τώρα ζω στη μικρή σας πόλη. Στον έρωτα στο θάνατο, στις αποχρώσεις μιας περίπου τελετουργικής καθημερινότητας με τις βιασύνες και τις αγωνίες της, τις ελπίδες και τις αποτυχίες της, με νέους που μπαίνουν ενθουσιώδεις κι αψίκοροι και παλιούς που αποσύρονται σοφοί, χωρίς πνοή όταν έχει «σπουδαίο φεγγάρι». Στη μέση μιας συνέλευσης του συλλόγου γονέων φωνάζω «πού είναι το κορίτσι μου; Πού είναι το κορίτσι μου που έχει τα γενέθλιά του;» κι ύστερα προβάρω ένα νυφικό ή σέρνω την αγελάδα μου τη Μπέσυ στην Πανεπιστημίου και το γονατάκι μου δεν λέει ψέματα ποτέ, κερνάω παγωτά το κορίτσι μου και τρέχω να φέρω λεφτά για να πληρώσω τον κύριο Μόργκαν κι επιστρέφω ακριβώς σε δέκα χρόνια, ούτε μέρα παραπάνω. Ο ρόλος μου θα έπρεπε να είναι… θα ήθελα να είμαι ο Διευθυντής Σκηνής: με μια ειρωνική τρυφερότητα, μια απόκοσμη αποστασιοποίηση να περιγράφω τους πόθους και τα πάθη σας, να εναλλάσσω τις σκηνές της ζωής σας ορίζοντας και τα σκηνικά της (γι’ αυτούς που πιστεύουν πως πρέπει να υπάρχουν σκηνικά). Ένας θεός πιο φιλεύσπλαχνος, που αγαπάει την άγνοιά σας, διόλου διδακτικός ή θυμωμένος, με μια διακριτική μελαγχολία κι αναπόληση. Κι ύστερα, εκεί στο τέλος να σας καληνυχτίζω γιατί είναι 11 η ώρα στο Γκρόβερς Κόρνερς κι είδατε δυο ώρες μπροστά σας να περνάει η ζωή κι ο θάνατός σας κι αύριο θα δώσουμε άλλη μία παράσταση.

Όμως στ’ αλήθεια… είμαι η Έμιλυ. Σηκώνομαι απότομα στη βιβλιοθήκη που δουλεύω και σηκώνω τα χέρια, φέρνω ένα γύρω σαν να χορεύω στη Μελωδία της Ευτυχίας, αγκαλιάζω τον κόσμο, το φως, τα βουνά και ρωτάω τους ενοχλημένους αναγνώστες που διαβάζουν σκυφτοί: «Μπορώ να γυρίσω και να ξαναζήσω όλες αυτές τις μέρες. Γιατί όχι;» Ε μητέρα;

[Αν σ’ ενοχλεί που παίζω έτσι αυτή τη σκηνή, δεν με νοιάζει. Μπαίνω και βγαίνω γλυκιά μου από μέσα μου, τρυπάω το σώμα μου, πλακώνω στις μπουνιές την ψυχή μου, με πρησμένα μάτια σε κοιτάζω και σε βλέπω, εγώ βλέπω και πιο μέσα, στη φοβισμένη και δειλή και μίζερη σκοτεινιά σου. Ενώ εσύ δεν βλέπεις τίποτα. Τυφλή στ’ αυτιά, στα μάτια, στο μυαλό.]

Γι’ αυτό και είμαι η Έμιλυ: για την ορμή της ζωής. Κομμένη αρτηρία είμαι που βάφει κόκκινο τον ορίζοντα και πλημμυρίζει το βλέμμα των ανθρώπων κόκκινα δάκρυα, κόκκινες λέξεις, κόκκινες σιωπές.

Σήμερα το πρωί βγήκα στο δρόμο, στην οδό Σιτάκης – η χθεσινή βροχή είχε πλύνει τον κόσμο κι ένας ήλιος λαμπρός, πεντακάθαρος απλωνόταν σιγά-σιγά παντού. Πρόβαρα τα λόγια της πρώτης σκηνής. Ο κύριος Γουέμπ, παίζω τον κύριο Γουέμπ, απευθύνεται στο κοινό και τους λέει:


«Όχι κυρία μου, δεν έχουμε και πολύ καλλιέργεια του ωραίου, όμως εδώ ίσως πρέπει να σας πω, ότι έχουμε και ‘μεις πράγματα που χαιρόμαστε με τον τρόπο μας. Μας αρέσει ο ήλιος όταν βγαίνει το πρωί από τα βουνά και όλοι μας προσέχουμε τα πουλιά, τα παρακολουθούμε πολύ, όπως και τα δέντρα και τα λουλούδια. Και προσέχουμε και τις εποχές της φύσης! Ναι, αυτά τα ξέρουμε και τα χαιρόμαστε όλοι. Όμως για τα άλλα, έχετε δίκιο κυρία μου! Λίγα πράγματα.»