Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018

Το παραμύθι της Γιόνας



Μια φορά κι έναν καιρό φύτρωσε μέσα σε ένα παλιό βιβλίο ένα λουλούδι, ένα μικρό κατακόκκινο κεφαλάκι με ανακατωμένα μαλλιά, σαν ζαβολιάρικο παιδί που βγαίνει έξω να παίξει ξεχνώντας πίσω του ανοιχτή την πόρτα του σπιτιού του. Οι άνθρωποι παραξενεύτηκαν, αλλά γρήγορα βρήκαν μια επιστημονικοφανή εξήγηση κι ερμήνευσαν το παράδοξο φαινόμενο – πάντα το κάνουν αυτό: εξηγούν ό,τι δεν μπορούν να καταλάβουν. Κι ύστερα η θεσπέσια μυρωδιά του λουλουδιού έκαμψε τις σκέψεις να ξεριζωθεί από το βιβλίο, οι άνθρωποι είναι ευάλωτοι σε κάτι τέτοια. Η μεγαλύτερη αναστάτωση προκλήθηκε όμως στους κατοίκους του βιβλίου, στο μεγάλο σοβαρό φιλοσοφικό δοκίμιο και στις λέξεις που το συγκροτούσαν. Στην αρχή ακούγονταν σκόρπιοι ψίθυροι διαμαρτυρίας, ύστερα έβλεπες παρέες-παρέες τις λέξεις να μιλούν αναμεταξύ τους εκνευρισμένες. Μια νύχτα, σε μια άκρη του βιβλίου συγκλήθηκε γενική συνέλευση των λέξεων προκειμένου να αποφασίσουν τι θα κάνουν με τον ξένο που εισέβαλε στη χώρα τους. Πρώτη μίλησε η λέξη «Ον»: «κύριοι», είπε, «όλοι ξέρετε πως τόσα χρόνια ζούμε αρμονικά σε αυτό το βιβλίο, λέξεις που δεν συμφωνούμε απαραίτητα μεταξύ μας, λέξεις με διαφορετικές καταγωγές, αλλά που όλες μαζί υπηρετούμε πιστά το κείμενο που μας έφερε εδώ και τις ιδέες του που είναι και δικές μας ιδέες. Αυτές τις μέρες όμως εμφανίστηκε ανάμεσά μας ένας νέος κάτοικος, ένας απείθαρχος πρόσφυγας, που δεν είναι λέξη όπως εμείς αλλά ένα παράξενο σχήμα, μια ατίθαση νέα ιδέα. Ένα λουλούδι! Μαζευτήκαμε σήμερα εδώ για να διατρανώσουμε την αντίθεσή μας στην ύπαρξη του λουλουδιού, να καταγγείλουμε την ασυνέπειά του στις ιδέες και την ιστορία μας…». «Ένα λουλούδι δεν είναι λέξη» φώναξε η λέξη Λουλούδι. «Θα μολύνει τα παιδιά μας η μυρωδιά του, οι λέξεις δεν έχουν μυρωδιά» ακούστηκε από τις τελευταίες σειρές η φωνή της Πίστης. Με τη σειρά λίγο-πολύ τοποθετήθηκαν όλες οι λέξεις. Ακόμη και το Όχι συμφώνησε πως το λουλούδι δεν έχει σχέση με τις λέξεις, ενώ το Ναι είπε πως πρέπει να πουν όχι στην παρουσία του ανάμεσά τους.

Τελευταία μίλησε η λέξη Σιωπή. «Τι πρέπει να κάνουμε κύριοι;» αναρωτήθηκε. «Πρέπει να σκοτώσουμε το λουλούδι. Πρέπει τα λουλούδια να μάθουν πως δεν μπορούν να μπαίνουν απρόσκλητα στα βιβλία μας και να παραμένουν ανάμεσά μας». Κι όλοι συμφώνησαν.

Και ύστερα όλοι πήγαν στη θέση τους, το κείμενο απόκτησε πάλι μια συνοχή κι ένα νόημα και για αιώνες το βιβλίο έζησε μες στη σιωπή των λέξεων. Το λουλούδι λίγο μετά ξεράθηκε, όπως πεθαίνουν οι άνθρωποι που δεν αγαπήθηκαν ποτέ από κανέναν. Η σιωπή είναι ο θάνατος των λουλουδιών, όχι των λέξεων.

***
ο πίνακας είναι του Jean Pierre Ruel

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

Το παραμύθι της Μελίνας


Ήταν μια φορά κι έναν καιρό μια γυναίκα που έφτιαχνε ιστορίες στο μυαλό της, αλλά δεν τις έγραφε σε βιβλία όπως κάνουν οι φυσιολογικοί άνθρωποι. Ο κόσμος λοιπόν έλεγε πως είναι τρελή, πως φαντάζεται πράγματα και καταστάσεις που δεν υπάρχουν, και πως ζούσε στον μυστικό της κόσμο. Ένα πρωί πίνοντας τον καφέ της είδε να σχηματίζεται στην επιφάνεια της κούπας της η μορφή ενός δράκου με απλωμένα φτερά. Χαμογέλασε κι άρχισε να τον πίνει βιαστικά, σαν να έπρεπε οπωσδήποτε να προλάβει κάτι, ή σαν να φοβόταν (τι παράλογη σκέψη κι αυτή) μήπως ο δράκος φύγει από την κούπα της. Κι ύστερα φόρεσε ένα πανωφόρι, πήρε τα κλειδιά της από το σκρίνιο στο οφίς και βγήκε στο δρόμο κι άνοιξε το στόμα της και απ’ τα εσώψυχά της βγήκε μια αμείλικτη φλόγα που κατέκαψε τους ανθρώπους και γκρέμισε τα σπίτια τους.

***
ο πίνακας είναι Jean-Pierre Ruel

Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2018

Ανάσες


Η Ελένη δίπλα μου δίνει παράγγελμα: «ανάσες». Ο ένας στον άλλο αυτές τις μέρες υπενθυμίζει πως ζούμε. Να μην ξεχνάμε να ανασαίνουμε, να μην ξεχνάμε!

 Το πρωί που βγήκα από το σπίτι, το βλέμμα μου έφυγε στην άκρη του ορίζοντα. Κι ένιωσα μια ξεχασμένη γλύκα κι έναν πόνο παράδοξο. Έχω ξεχάσει πως ζω σε μια πόλη. Αγαπάω τις πόλεις, τα σπίτια, τις αυλές, τις σκάλες, τα πρωινά τους, τα μαγειρέματά τους, τα κλειστά παντζούρια, τα ανοιχτά παράθυρα, τα απλωμένα ρούχα, τα παιδιά που πάνε σχολείο.

Συνήθισα να ζω σε  διαδρομές αυτό τον καιρό, στο πηγαινέλα των ποδιών ή του μυαλού μου, ανάμεσα σε αφετηρίες και προορισμούς. Λες και η ζωή μου δεν είναι τυχαιότητα και επιλογές, αλλά συνδέσεις. Σαν να είμαι ένα λινκ στην εκτεταμένη αυτά τα χρόνια κοινωνικότητά μου. Συνδέω ανθρώπους, συνδέω καταστάσεις, συνδέω σκέψεις, ανάγκες, ρόλους, απαιτήσεις. Χωρίς σταματημό. Κουράστηκα.


Το ξέρω καλά πως η ζωή είναι μια ράθυμη χειμωνιάτικη βόλτα στο λόφο του Μάη-Θανάση, ανάμεσα στα ξεραμένα χόρτα, τους φλόμους, τα σπαράγγια. Και τίποτε άλλο. Μόνο που φοβάμαι μην κάποια μέρα το ξεχάσω.

***
ο πίνακας είναι του Jean Pierre Ruel

Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

Το παραμύθι των φυλακισμένων

 

Μια φορά σε ένα αποτρόπαιο κτίριο που έκανε πολύ κρύο ένας άνθρωπος έβγαλε τα ρούχα του και στάθηκε γυμνός μπροστά στους συνανθρώπους του που δεν παραξενεύτηκαν από την πράξη αυτή– μόνο που κάποιοι έσκυψαν πήραν τα ρούχα του τα έσκισαν μικρά μικρά κομμάτια και τα μοίρασαν σε όλους. Σαν να μπορούσε ένα κομμάτι ύφασμα να νικήσει την παγωνιά της φυλακής ή σαν να μπορούσε η θυσία ενός ανθρώπου να σώσει τον κόσμο.

***
ο πίνακας είναι του Jean-Pierre Ruel

Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

Τα ποιήματα είναι δάσος


Τα ποιήματα είναι δάσος
οι φλέβες μου είναι τα κλαδιά τους 
οι ρίζες τους τρέφονται από την καρδιά μου 
στρατιώτες φυλλοβόλοι και αειθαλείς 
που τρέχουν παίζουν κολυμπούν σαν παιδιά πριν απ' τη μάχη
σπαθιά που σηκώνονται σαν αστραπή
και χέρια που ζητούν βοήθεια
είναι συστάδες που κρύβουν το φως
και ξέφωτα που φοβίζουν τις σκιές
οι σκιές δεν ανασαίνουν
φίδια που σέρνονται είναι
στο στόμα τους κρατούν ένα μήλο
το στήθος σου το δάγκωσα Εύα.

Τα ποιήματα είναι δάσος
τις νύχτες αλυχτούν οι λύκοι
τα δόντια τους είναι ρινίσματα του φεγγαριού
οι κουκουβάγιες μας κοιτούν
με απορία που περπατούμε στο χιόνι
όπως οι λέξεις περπατούν χαμένες σε ξεχασμένες υποσχέσεις
επιστρέφοντας από του έρωτα τη χαμένη μάχη.

Τα ποιήματα είναι ξεχασμένες υποσχέσεις
το μήλο το έφαγε τελικά ένα σκουλήκι
και οι σκιές που κρύφτηκαν στη νύχτα.

***
Η εικόνα είναι από την ταινία του Alejandro Jodorowsky "Poesia sin fin"

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

Το παραμύθι του φόνου


Μια φορά ένα κορίτσι το πήρε ο ύπνος. Τα στήθη του σαν μπουμπούκια ανοίχτηκαν καθώς έγυρε στο πλάι. Ονειρεύτηκε ένα αγόρι γυμνό να πλησιάζει η ανάσα του ήταν της κόλασης υπόσχεση και το καυλί του χαρμόσυνη καμπάνα της Κυριακής.

Την άλλη μέρα τον ονειρεύτηκε πάλι και κάθε βράδυ εκείνος ερχόταν στα όνειρά της. Κι εκείνη τον αγάπησε και στην ημέρα έπαψε πια να ζει και στου ύπνου τον κόσμο συνήθισε να περιφέρεται αναζητώντας τον. Και τα στήθη της ωρίμασαν σαν πορτοκάλια που έφτασε η ώρα να τα κόψεις απ' το δέντρο καθώς έγερνε στο πλάι και το αγόρι κάθε βράδυ σαν χαρμόσυνη Κυριακή ερχόταν και τα χρόνια περνούσαν και μια νύχτα η ανάσα του ήταν της νύχτας το ψυχρό αγέρι και η καμπάνα του ήχησε πένθιμα τρεις φορές και πλησιάζοντας την έπιασε σφιχτά με τα χέρια του απ' το λαιμό και την έπνιξε.

Κι η κόρη από τότε δεν ονειρεύτηκε ξανά. Μόνο παντρεύτηκε κι έκανε πολλά παιδιά κι έζησε αυτή καλά κι εμείς καλύτερα.

***
ο πίνακας είναι του Aldo Bahamonde

Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Το παραμύθι του άδικου


Mια φορά κι έναν καιρό ένα παλικάρι πήρε τ' όπλο του και βγήκε να πολεμήσει το άδικο. Όμως οι σφαίρες του τελείωσαν, και το άδικο νίκησε. Γιατί το άδικο φτιάχνει τις σφαίρες.

Την επόμενη μέρα το παλικάρι πήρε πένα και χαρτί κι έκατσε κι έγραψε για το άδικο που φτιάχνει τις σφαίρες. Όμως το χαρτί του τελείωσε. Γιατί το άδικο φτιάχνει το χαρτί.

Στο τέλος το παλικάρι πήγε στα εργοστάσια που φτιάχνουν σφαίρες και χαρτί και μίλησε στους εργάτες για το άδικο που κυβερνά τον κόσμο. Και οι εργάτες το σκότωσαν. Γιατί το άδικο δίνει δουλειά.

Και τότε ένα άλλο παλικάρι πήρε το όπλο του και βγήκε να πολεμήσει το άδικο. Γιατί το άδικο φτιάχνει τους δίκαιους αυτού του κόσμου που το πολεμούν.

***
ο πίνακας είναι του Georges Rouault

Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018

Το παραμύθι του κόκκινου έρωτα


Οι έρωτες ζουν ακόμη κι όταν τελειώσουν, ακόμη κι αν δεν εκπληρωθούν, αν απορριφθούν ή και μετά τη ματαίωσή τους. Μόνοι τους ζουν, αφού οι άνθρωποι που τους γέννησαν επουλώνονται και άλλοτε πλήρως γιατρεμένοι κι άλλοτε κουτσά-στραβά συνεχίζουν τη ζωή τους. Κάποιοι μπορεί να ξαναγαπήσουν, ό,τι κι αν γίνει όμως, οι άνθρωποι ξεχνούν. Οι έρωτες όμως συνεχίζουν μόνοι, σαν σκιές που απελευθερώθηκαν από σώματα, σαν φιλιά που δεν θα επιστρέψουν ποτέ σε χείλη, αιώνιοι συνοδοιπόροι της ζωής αόρατοι στους πολλούς, μόνο στους σαλεμένους ορατοί. Έρωτες που δεν ωρίμασαν, έρωτες που έμειναν παιδιά, ανήλικοι έρωτες. Έρωτες χωρίς σώμα, αλλά με μνήμη του σώματος που αγάπησαν. Γι' αυτό και η μορφή τους δεν είναι σε όλους ίδια. Με τον καιρό αλλάζουν, μεταμορφώνονται σε αυτό που τους γέννησε, στην αφορμή του πόθου: δυο μάτια, ένα στήθος, γλουτοί, χαμόγελο, ανάσα, χείλη, μπράτσα, φωνή.

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας έρωτας ανεκπλήρωτος. Όταν ορφάνεψε, άρχισε το μάταιο ταξίδι του στον κόσμο. Με τον καιρό έγινε η φωνή που τον γέννησε κι ως φωνή ταξίδευε στον κόσμο μόνος. Ως τραγούδι τραγουδήθηκε, ως σιωπή στης θάλασσας τα σκοτεινά τα βάθη, ως κλάμα και κραυγή, ως ψίθυρος, ως πένα που γδέρνει το χαρτί ματώνοντάς το. Στη ζωή του ο έρωτας αυτός είδε κι έζησε πολλά. Μια μέρα συνάντησε έναν νεαρό άντρα. Τον σκότωσε και λούστηκε στο αίμα του κι από τότε άλλαξε μορφή κι έγινε αίμα. Οι συγγραφείς όταν τον βλέπουν να πλησιάζει, στρέφουν το βλέμμα τους τρομαγμένοι για το έγκλημα. Γι' αυτό κανείς ποτέ δεν έγραψε για τον κόκκινο έρωτα ένα παραμύθι.

***
ο πίνακας είναι του Max Weber