Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

Το παραμύθι των φυλακισμένων

 

Μια φορά σε ένα αποτρόπαιο κτίριο που έκανε πολύ κρύο ένας άνθρωπος έβγαλε τα ρούχα του και στάθηκε γυμνός μπροστά στους συνανθρώπους του που δεν παραξενεύτηκαν από την πράξη αυτή– μόνο που κάποιοι έσκυψαν πήραν τα ρούχα του τα έσκισαν μικρά μικρά κομμάτια και τα μοίρασαν σε όλους. Σαν να μπορούσε ένα κομμάτι ύφασμα να νικήσει την παγωνιά της φυλακής ή σαν να μπορούσε η θυσία ενός ανθρώπου να σώσει τον κόσμο.

***
ο πίνακας είναι του Jean-Pierre Ruel

Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

Τα ποιήματα είναι δάσος


Τα ποιήματα είναι δάσος
οι φλέβες μου είναι τα κλαδιά τους 
οι ρίζες τους τρέφονται από την καρδιά μου 
στρατιώτες φυλλοβόλοι και αειθαλείς 
που τρέχουν παίζουν κολυμπούν σαν παιδιά πριν απ' τη μάχη
σπαθιά που σηκώνονται σαν αστραπή
και χέρια που ζητούν βοήθεια
είναι συστάδες που κρύβουν το φως
και ξέφωτα που φοβίζουν τις σκιές
οι σκιές δεν ανασαίνουν
φίδια που σέρνονται είναι
στο στόμα τους κρατούν ένα μήλο
το στήθος σου το δάγκωσα Εύα.

Τα ποιήματα είναι δάσος
τις νύχτες αλυχτούν οι λύκοι
τα δόντια τους είναι ρινίσματα του φεγγαριού
οι κουκουβάγιες μας κοιτούν
με απορία που περπατούμε στο χιόνι
όπως οι λέξεις περπατούν χαμένες σε ξεχασμένες υποσχέσεις
επιστρέφοντας από του έρωτα τη χαμένη μάχη.

Τα ποιήματα είναι ξεχασμένες υποσχέσεις
το μήλο το έφαγε τελικά ένα σκουλήκι
και οι σκιές που κρύφτηκαν στη νύχτα.

***
Η εικόνα είναι από την ταινία του Alejandro Jodorowsky "Poesia sin fin"

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

Το παραμύθι του φόνου


Μια φορά ένα κορίτσι το πήρε ο ύπνος. Τα στήθη του σαν μπουμπούκια ανοίχτηκαν καθώς έγυρε στο πλάι. Ονειρεύτηκε ένα αγόρι γυμνό να πλησιάζει η ανάσα του ήταν της κόλασης υπόσχεση και το καυλί του χαρμόσυνη καμπάνα της Κυριακής.

Την άλλη μέρα τον ονειρεύτηκε πάλι και κάθε βράδυ εκείνος ερχόταν στα όνειρά της. Κι εκείνη τον αγάπησε και στην ημέρα έπαψε πια να ζει και στου ύπνου τον κόσμο συνήθισε να περιφέρεται αναζητώντας τον. Και τα στήθη της ωρίμασαν σαν πορτοκάλια που έφτασε η ώρα να τα κόψεις απ' το δέντρο καθώς έγερνε στο πλάι και το αγόρι κάθε βράδυ σαν χαρμόσυνη Κυριακή ερχόταν και τα χρόνια περνούσαν και μια νύχτα η ανάσα του ήταν της νύχτας το ψυχρό αγέρι και η καμπάνα του ήχησε πένθιμα τρεις φορές και πλησιάζοντας την έπιασε σφιχτά με τα χέρια του απ' το λαιμό και την έπνιξε.

Κι η κόρη από τότε δεν ονειρεύτηκε ξανά. Μόνο παντρεύτηκε κι έκανε πολλά παιδιά κι έζησε αυτή καλά κι εμείς καλύτερα.

***
ο πίνακας είναι του Aldo Bahamonde

Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Το παραμύθι του άδικου


Mια φορά κι έναν καιρό ένα παλικάρι πήρε τ' όπλο του και βγήκε να πολεμήσει το άδικο. Όμως οι σφαίρες του τελείωσαν, και το άδικο νίκησε. Γιατί το άδικο φτιάχνει τις σφαίρες.

Την επόμενη μέρα το παλικάρι πήρε πένα και χαρτί κι έκατσε κι έγραψε για το άδικο που φτιάχνει τις σφαίρες. Όμως το χαρτί του τελείωσε. Γιατί το άδικο φτιάχνει το χαρτί.

Στο τέλος το παλικάρι πήγε στα εργοστάσια που φτιάχνουν σφαίρες και χαρτί και μίλησε στους εργάτες για το άδικο που κυβερνά τον κόσμο. Και οι εργάτες το σκότωσαν. Γιατί το άδικο δίνει δουλειά.

Και τότε ένα άλλο παλικάρι πήρε το όπλο του και βγήκε να πολεμήσει το άδικο. Γιατί το άδικο φτιάχνει τους δίκαιους αυτού του κόσμου που το πολεμούν.

***
ο πίνακας είναι του Georges Rouault

Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018

Το παραμύθι του κόκκινου έρωτα


Οι έρωτες ζουν ακόμη κι όταν τελειώσουν, ακόμη κι αν δεν εκπληρωθούν, αν απορριφθούν ή και μετά τη ματαίωσή τους. Μόνοι τους ζουν, αφού οι άνθρωποι που τους γέννησαν επουλώνονται και άλλοτε πλήρως γιατρεμένοι κι άλλοτε κουτσά-στραβά συνεχίζουν τη ζωή τους. Κάποιοι μπορεί να ξαναγαπήσουν, ό,τι κι αν γίνει όμως, οι άνθρωποι ξεχνούν. Οι έρωτες όμως συνεχίζουν μόνοι, σαν σκιές που απελευθερώθηκαν από σώματα, σαν φιλιά που δεν θα επιστρέψουν ποτέ σε χείλη, αιώνιοι συνοδοιπόροι της ζωής αόρατοι στους πολλούς, μόνο στους σαλεμένους ορατοί. Έρωτες που δεν ωρίμασαν, έρωτες που έμειναν παιδιά, ανήλικοι έρωτες. Έρωτες χωρίς σώμα, αλλά με μνήμη του σώματος που αγάπησαν. Γι' αυτό και η μορφή τους δεν είναι σε όλους ίδια. Με τον καιρό αλλάζουν, μεταμορφώνονται σε αυτό που τους γέννησε, στην αφορμή του πόθου: δυο μάτια, ένα στήθος, γλουτοί, χαμόγελο, ανάσα, χείλη, μπράτσα, φωνή.

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας έρωτας ανεκπλήρωτος. Όταν ορφάνεψε, άρχισε το μάταιο ταξίδι του στον κόσμο. Με τον καιρό έγινε η φωνή που τον γέννησε κι ως φωνή ταξίδευε στον κόσμο μόνος. Ως τραγούδι τραγουδήθηκε, ως σιωπή στης θάλασσας τα σκοτεινά τα βάθη, ως κλάμα και κραυγή, ως ψίθυρος, ως πένα που γδέρνει το χαρτί ματώνοντάς το. Στη ζωή του ο έρωτας αυτός είδε κι έζησε πολλά. Μια μέρα συνάντησε έναν νεαρό άντρα. Τον σκότωσε και λούστηκε στο αίμα του κι από τότε άλλαξε μορφή κι έγινε αίμα. Οι συγγραφείς όταν τον βλέπουν να πλησιάζει, στρέφουν το βλέμμα τους τρομαγμένοι για το έγκλημα. Γι' αυτό κανείς ποτέ δεν έγραψε για τον κόκκινο έρωτα ένα παραμύθι.

***
ο πίνακας είναι του Max Weber