Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018

Θυμώνω με τη σκόνη των βιβλιοθηκών


Τον τελευταίο καιρό με αφορμή αυτοψίες σε συλλογές και βιβλιοθήκες προκειμένου να εντοπιστούν βιβλία της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα για τη Βιβλιογραφία της περιόδου που ετοιμάζουμε, έρχομαι σε επαφή με την τραγική κατάσταση που υπάρχει σε αρκετές από τις ειδικές βιβλιοθήκες. Νόμιζα αφελώς πως όλα αυτά, παρά τα τρομερά οικονομικά προβλήματα των μνημονιακών χρόνων, τα είχαμε κάπως ασαφώς αφήσει πίσω μας. Διαπιστώνω όμως πως πορευόμαστε αλματωδώς προς το κακό παρελθόν μας παρά τους ειδικούς που διαθέτουμε, παρά τα αμπαλαρίσματα των διαφόρων δράσεων χορηγών και υπηρεσιών, τις χρηματοδοτήσεις κι όλα αυτά. 

Είδα καταπληκτικά πράγματα στη βιβλιοθήκη του Πολεμικού Μουσείου (έντυπα εγχειρίδια χειρισμού όπλων), στην Ένωση Σμυρναίων (σχολικά βιβλία της Σμύρνης), στο Σύλλογο των Αθηναίων, στο Τάγμα των Ιησουιτών (κανονισμούς και εγκυκλίους των καθολικών των Κυκλάδων). Δεν είδα τίποτα από την άλλη στο τραγικό αρχείο της ΟΛΜΕ. Άκουσα για μια ορφανή συλλογή στρατιωτικών εντύπων στη Λέσχη Αξιωματικών, έχω μια καλή εικόνα χρόνων της δουλειάς και των προβλημάτων των ΑΣΚΙ. Εν κατακλείδι μιλάμε για φορείς που για διάφορους λόγους υπερασπιζόμενοι την όποια αυτάρεσκη αυτονομία τους, δεν έχουν ή δεν διαθέτουν πια χρήματα για την οργάνωση των βιβλιακών ή αρχειακών συλλογών τους. Που δεν υποστηρίζουν τη σταθερή λειτουργία με ειδικευμένο προσωπικό των βιβλιοθηκών και των Αρχείων τους. Μιλάμε συχνά για μια μεγάλη ομάδα φορέων που τους νέμονται διάφορα "ερευνητικά αρπακτικά", μικρές οάσεις της ιστορίας ή του πολιτισμού μας που για ερευνητικούς λόγους δεν είναι προσβάσιμοι στους πολλούς, στους "έξω". Μιλάμε και για περιπτώσεις, όπως αυτές που ανέφερα παραπάνω, που υποστηρίζονται με ψυχή και πείσμα από ανθρώπους (συνήθως μη ειδικούς), εθελοντικά.

Σήμερα είδα μια τέτοια περίπτωση: το "Ωδείον Αθηνών". Έναν καταπληκτικό οργανισμό στο κέντρο της Αθήνας, δίπλα στο Λύκειο του Αριστοτέλη, ο οποίος παρήγαγε εξαιρετικό πολιτισμό από το 1871 που ξεκίνησε να λειτουργεί, που τον υπηρέτησαν άνθρωποι εξαιρετικά σημαντικοί στην ιστορία της μουσικής. Είδα εγκατάλειψη αλλά και φροντίδα (από ψυχωμένους εθελοντές), είδα αρχεία σκονισμένα σε κούτες, δεκάδες τεύχη με παρτιτούρες του προηγούμενου και προπροηγούμενου αιώνα, φωτογραφίες, προγράμματα συναυλιών, προσωπικά αρχεία, συλλογές βιβλίων επιφανών μουσικών, δεκάδες ρολά για πιανόλα, επιστολές, πρακτικά συνεδριάσεων, δίσκους βινυλίου. Σκόνη, σκόνη, σκόνη και κούτες σε τοίχους και διαδρόμους. Και κάποιους μουρλούς που παλεύουν με αυτή, αλλά και με την απουσία χρηματοδότησης. Έμαθα πως έχουν κατατεθεί προτάσεις για χρηματοδότηση από ΕΣΠΑ, αλλά και πάλι νομίζω πως μιλάμε για αμφίβολες σωστικές παρεμβάσεις.

Και θλίβομαι και θυμώνω με όλα αυτά. Που τόσες δεκαετίες δεν πείσαμε οι βιβλιοθηκονόμοι και οι αρχειονόμοι πως είμαστε οι ειδικευμένοι θεματοφύλακες του πολιτισμού και της ιστορίας μας, που ολόκληρα κομμάτια του πολιτισμού και της ιστορίας μας κρύβονται στη σκόνη και διασώζονται είτε από τύχη, είτε από δόλο και κέρδος. Θυμώνω που κάνουμε πανηγύρι μια μετακόμιση της Εθνικής Βιβλιοθήκης την ίδια στιγμή που δεν είναι αυτονόητο πως αυτή θα έπρεπε να έχει ρόλο ενεργό στη διάσωση, επεξεργασία και ανάδειξη του βιβλιακού μας πολιτισμού. Θυμώνω που το Γενικό Συμβούλιο Βιβλιοθηκών δεν έχει δέσει την κυβέρνηση σε μια δεσμευτική, μακρόπνοη πολιτική βιβλίου, αρχείων και βιβλιοθηκών. Που οργανώνουμε παγκόσμιο συνέδριο βιβλιοθηκών την ίδια στιγμή που οι πανεπιστημιακές μας βιβλιοθήκες δεν αγοράζουν βιβλία τα τελευταία χρόνια λόγω έλλειψης κονδυλίων. Που θα γιορτάσουμε την Παγκόσμια Πρωτεύουσα του Βιβλίου στην Αθήνα που φιλοξενεί ακόμη βιβλιοθήκες κρυμμένες στη σκόνη και την απαξίωση. Που έχουμε δεκάδες συναδέλφους με διδακτορικά και ανακοινώσεις στα μεταδεδομένα, τις οντολογίες και τη διαχείριση της πληροφορίας και της γνώσης, την ίδια στιγμή που τα δεδομένα της πραγματικότητας του επαγγέλματός μας είναι απαξίωση, η μη χρηματοδότηση, η πλήρης απουσία προσλήψεων εδώ και πάνω από δέκα χρόνια, η στελέχωση βιβλιοθηκών με ανειδίκευτους εκπαιδευτικούς (που λείπουν από τα σχολεία), η σκόνη, η σκόνη, η σκόνη...

Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018

Το παραμύθι της Γιόνας



Μια φορά κι έναν καιρό φύτρωσε μέσα σε ένα παλιό βιβλίο ένα λουλούδι, ένα μικρό κατακόκκινο κεφαλάκι με ανακατωμένα μαλλιά, σαν ζαβολιάρικο παιδί που βγαίνει έξω να παίξει ξεχνώντας πίσω του ανοιχτή την πόρτα του σπιτιού του. Οι άνθρωποι παραξενεύτηκαν, αλλά γρήγορα βρήκαν μια επιστημονικοφανή εξήγηση κι ερμήνευσαν το παράδοξο φαινόμενο – πάντα το κάνουν αυτό: εξηγούν ό,τι δεν μπορούν να καταλάβουν. Κι ύστερα η θεσπέσια μυρωδιά του λουλουδιού έκαμψε τις σκέψεις να ξεριζωθεί από το βιβλίο, οι άνθρωποι είναι ευάλωτοι σε κάτι τέτοια. Η μεγαλύτερη αναστάτωση προκλήθηκε όμως στους κατοίκους του βιβλίου, στο μεγάλο σοβαρό φιλοσοφικό δοκίμιο και στις λέξεις που το συγκροτούσαν. Στην αρχή ακούγονταν σκόρπιοι ψίθυροι διαμαρτυρίας, ύστερα έβλεπες παρέες-παρέες τις λέξεις να μιλούν αναμεταξύ τους εκνευρισμένες. Μια νύχτα, σε μια άκρη του βιβλίου συγκλήθηκε γενική συνέλευση των λέξεων προκειμένου να αποφασίσουν τι θα κάνουν με τον ξένο που εισέβαλε στη χώρα τους. Πρώτη μίλησε η λέξη «Ον»: «κύριοι», είπε, «όλοι ξέρετε πως τόσα χρόνια ζούμε αρμονικά σε αυτό το βιβλίο, λέξεις που δεν συμφωνούμε απαραίτητα μεταξύ μας, λέξεις με διαφορετικές καταγωγές, αλλά που όλες μαζί υπηρετούμε πιστά το κείμενο που μας έφερε εδώ και τις ιδέες του που είναι και δικές μας ιδέες. Αυτές τις μέρες όμως εμφανίστηκε ανάμεσά μας ένας νέος κάτοικος, ένας απείθαρχος πρόσφυγας, που δεν είναι λέξη όπως εμείς αλλά ένα παράξενο σχήμα, μια ατίθαση νέα ιδέα. Ένα λουλούδι! Μαζευτήκαμε σήμερα εδώ για να διατρανώσουμε την αντίθεσή μας στην ύπαρξη του λουλουδιού, να καταγγείλουμε την ασυνέπειά του στις ιδέες και την ιστορία μας…». «Ένα λουλούδι δεν είναι λέξη» φώναξε η λέξη Λουλούδι. «Θα μολύνει τα παιδιά μας η μυρωδιά του, οι λέξεις δεν έχουν μυρωδιά» ακούστηκε από τις τελευταίες σειρές η φωνή της Πίστης. Με τη σειρά λίγο-πολύ τοποθετήθηκαν όλες οι λέξεις. Ακόμη και το Όχι συμφώνησε πως το λουλούδι δεν έχει σχέση με τις λέξεις, ενώ το Ναι είπε πως πρέπει να πουν όχι στην παρουσία του ανάμεσά τους.

Τελευταία μίλησε η λέξη Σιωπή. «Τι πρέπει να κάνουμε κύριοι;» αναρωτήθηκε. «Πρέπει να σκοτώσουμε το λουλούδι. Πρέπει τα λουλούδια να μάθουν πως δεν μπορούν να μπαίνουν απρόσκλητα στα βιβλία μας και να παραμένουν ανάμεσά μας». Κι όλοι συμφώνησαν.

Και ύστερα όλοι πήγαν στη θέση τους, το κείμενο απόκτησε πάλι μια συνοχή κι ένα νόημα και για αιώνες το βιβλίο έζησε μες στη σιωπή των λέξεων. Το λουλούδι λίγο μετά ξεράθηκε, όπως πεθαίνουν οι άνθρωποι που δεν αγαπήθηκαν ποτέ από κανέναν. Η σιωπή είναι ο θάνατος των λουλουδιών, όχι των λέξεων.

***
ο πίνακας είναι του Jean Pierre Ruel

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

Το παραμύθι της Μελίνας


Ήταν μια φορά κι έναν καιρό μια γυναίκα που έφτιαχνε ιστορίες στο μυαλό της, αλλά δεν τις έγραφε σε βιβλία όπως κάνουν οι φυσιολογικοί άνθρωποι. Ο κόσμος λοιπόν έλεγε πως είναι τρελή, πως φαντάζεται πράγματα και καταστάσεις που δεν υπάρχουν, και πως ζούσε στον μυστικό της κόσμο. Ένα πρωί πίνοντας τον καφέ της είδε να σχηματίζεται στην επιφάνεια της κούπας της η μορφή ενός δράκου με απλωμένα φτερά. Χαμογέλασε κι άρχισε να τον πίνει βιαστικά, σαν να έπρεπε οπωσδήποτε να προλάβει κάτι, ή σαν να φοβόταν (τι παράλογη σκέψη κι αυτή) μήπως ο δράκος φύγει από την κούπα της. Κι ύστερα φόρεσε ένα πανωφόρι, πήρε τα κλειδιά της από το σκρίνιο στο οφίς και βγήκε στο δρόμο κι άνοιξε το στόμα της και απ’ τα εσώψυχά της βγήκε μια αμείλικτη φλόγα που κατέκαψε τους ανθρώπους και γκρέμισε τα σπίτια τους.

***
ο πίνακας είναι Jean-Pierre Ruel

Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2018

Ανάσες


Η Ελένη δίπλα μου δίνει παράγγελμα: «ανάσες». Ο ένας στον άλλο αυτές τις μέρες υπενθυμίζει πως ζούμε. Να μην ξεχνάμε να ανασαίνουμε, να μην ξεχνάμε!

 Το πρωί που βγήκα από το σπίτι, το βλέμμα μου έφυγε στην άκρη του ορίζοντα. Κι ένιωσα μια ξεχασμένη γλύκα κι έναν πόνο παράδοξο. Έχω ξεχάσει πως ζω σε μια πόλη. Αγαπάω τις πόλεις, τα σπίτια, τις αυλές, τις σκάλες, τα πρωινά τους, τα μαγειρέματά τους, τα κλειστά παντζούρια, τα ανοιχτά παράθυρα, τα απλωμένα ρούχα, τα παιδιά που πάνε σχολείο.

Συνήθισα να ζω σε  διαδρομές αυτό τον καιρό, στο πηγαινέλα των ποδιών ή του μυαλού μου, ανάμεσα σε αφετηρίες και προορισμούς. Λες και η ζωή μου δεν είναι τυχαιότητα και επιλογές, αλλά συνδέσεις. Σαν να είμαι ένα λινκ στην εκτεταμένη αυτά τα χρόνια κοινωνικότητά μου. Συνδέω ανθρώπους, συνδέω καταστάσεις, συνδέω σκέψεις, ανάγκες, ρόλους, απαιτήσεις. Χωρίς σταματημό. Κουράστηκα.


Το ξέρω καλά πως η ζωή είναι μια ράθυμη χειμωνιάτικη βόλτα στο λόφο του Μάη-Θανάση, ανάμεσα στα ξεραμένα χόρτα, τους φλόμους, τα σπαράγγια. Και τίποτε άλλο. Μόνο που φοβάμαι μην κάποια μέρα το ξεχάσω.

***
ο πίνακας είναι του Jean Pierre Ruel